Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αριστερά μπροστά στην απόσχιση της Καταλονίας


Η αυταρχική εκτροπή της δεξιάς κυβέρνησης Ραχόϊ απέναντι στο δημοψήφισμα για την καταλανική ανεξαρτησία - μεταξύ των άλλων με ποινικές διώξεις, συλλήψεις, διαλύσεις συγκεντρώσεων, κατασχέσεις ψηφοδελτίων και εφημερίδων και ηλεκτρονικό μπλοκάρισμα -,  εκτός των άλλων, έχει προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στις δυνάμεις της Αριστεράς, και στην Ισπανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη, να στρέψουν τα πυρά τους εναντίον του Ισπανού Πρωθυπουργού και να ξεφύγουν από την αμηχανία της τοποθέτησης πάνω στην ουσία του δημοψηφίσματος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Podemos με την θέση τους «ναι σε συναινετικό δημοψήφισμα (κάτι ωστόσο που είχε αποκλείσει ο Ραχόϊ από την αρχή) - όχι στην απόσχιση της Καταλονίας», πράγμα που έχει προκαλέσει τη διαφοροποίηση του αδελφού κόμματος Podem στην Καταλονία.  
Σε μια ανάλογη περίπτωση στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στο ξεκίνημα δηλαδή της γιουγκοσλαβικής κρίσης και σε μια περίοδο έντονου προβληματισμού για το εθνικό ζήτημα, είχα παρακολουθήσει την ομιλία ενός στελέχους, τότε, του ΝΑΡ, ο οποίος δεν δίστασε να επαινέσει τη στάση αρχών της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η οποία, αν και πολωνικής καταγωγής η ίδια, είχε ταχθεί κατά της ανεξαρτησίας της Πολωνίας. Αν και ο ομιλητής απέφυγε να απαντήσει στην ενοχλητική παρατήρηση από το ακροατήριο «καλά, από όλο το έργο της Λούξεμπουργκ μόνο αυτό βρήκατε να δεχτείτε ; », είναι αλήθεια ότι η θέση της ακολουθεί με συνέπεια την παράδοση του Μαρξ και του Έγκελς, οι οποίοι ήταν αντίθετοι με την ανεξαρτησία των σλαβικών βαλκανικών χωρών αλλά και της Ελλάδας κυρίως για λόγους πολιτικής στρατηγικής, εκτιμώντας δηλαδή ότι η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα δώσει ευκαιρία παρέμβασης στην τσαρική Ρωσία, τον χωροφύλακα τότε της αντιδραστικής Ευρώπης.

       Ήταν ο Λένιν κυρίως, που έκανε τον κρίσιμο διαχωρισμό ανάμεσα σε κυρίαρχα και καταπιεσμένα έθνη και υποστήριξε, όπως από την άλλη πλευρά αλλά με τον ίδιο ζήλο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ουίλσον, την υπόθεση της εθνικής αυτοδιάθεσης έως και της απόσχισης από το κράτος προέλευσης. Ακόμη περισσότερο ειδικεύθηκαν στο θέμα οι εκπρόσωποι του ρεύματος του αυστρομαρξισμού ενώ και ο ίδιος ο Στάλιν, γράφοντας μάλλον το αξιοπρεπέστερο έργο της καριέρας του ως συγγραφέα, αντιμετώπισε θεωρητικά το εθνικό ζήτημα, αν και το βασικό του πρόβλημα ήταν, ποιες από τις 100 και πλέον εθνότητες της Σοβιετικής Ένωσης δικαιούνταν να αποκτήσουν το στάτους του έθνους. Έλυσε το πρόβλημα αυτό αργότερα με τον δικό του τρόπο, εξορίζοντας καμιά εικοσαριά «τιμωρημένους» λαούς, μεταξύ των οποίων και τους Έλληνες του Πόντου, στην Κεντρική Ασία.
 Ούτως ή άλλως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος συντέλεσε στην επικράτηση ενός «ομοσπονδιακού» πατριωτισμού (της σοβιετικής πατρίδας κυρίως αλλά και της παρτιζάνικης Γιουγκοσλαβίας) σε βάρος πιο καθαρά εθνικών ταυτοτήτων ενώ η παγίωση της ψυχροπολεμικής ισορροπίας στην Ευρώπη δρούσε ανασταλτικά στην ανάπτυξη αποσχιστικών κινημάτων σε Δύση και Ανατολή. Η κατάρρευση όμως του 1989, σε συνδυασμό με την αλλαγή των γερμανικών συνόρων, οδήγησε στη γρήγορη διάλυση των ομοσπονδιών του «υπαρκτού», είτε αναίμακτα (Τσεχοσλοβακία) είτε με προοδευτικά αυξανόμενες συγκρούσεις (ΕΣΣΔ), στη δε Γιουγκοσλαβία πολυαίμακτα από την αρχή, καθώς αμφισβητήθηκαν τα υπάρχοντα εσωτερικά σύνορα μεταξύ των ομοσπόνδων δημοκρατιών.
Την ίδια εποχή στη Δυτική Ευρώπη της εοκικής ευημερίας μια ανάλογη συζήτηση είχε μόνο θεωρητικό χαρακτήρα και βρισκόταν εκτός ημερήσιας διάταξης. Παρ’ όλα αυτά, ήδη από το 1994 ο Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ στο βιβλίο του «Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991» (εκδ. Θεμέλιο 1995), είχε προβλέψει ότι «ακόμα και χώρες, που έχουν σχετικά προβλέψιμο σύστημα διακυβέρνησης, όπως επί παραδείγματι ο Καναδάς, το Βέλγιο ή η Ισπανία, η διατήρησή τους ως ενιαία κράτη στα επόμενα δέκα με δέκα πέντε χρόνια δεν πρέπει να θεωρείται ως βέβαιη και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρείται και ως βέβαιη και η φύση των πιθανών καθεστώτων που θα προκύψουν, αν προκύψουν». Αν και ο Χομπσμπάουμ δεν είχε συμπεριλάβει τη δική του χώρα στον κατάλογο, οι ραγδαίες εξελίξεις της τελευταίας πενταετίας, κυρίως το σκωτσέζικο και το καταλανικό δημοψήφισμα, τον έχουν επιβεβαιώσει απόλυτα.
        Πέραν των αντιδράσεων στο υπό «διαμελισμό» εθνικό κράτος, είναι κάθε φορά δεδομένη η επιφυλακτική έως απόλυτα εχθρική στάση του διεθνούς συστήματος απέναντι σε κάθε αλλαγή του status quo. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι χαρακτηριστική η προειδοποίηση του εκπροσώπου της Κομισιόν Μ. Σχινά ότι μια ανεξάρτητη Καταλονία θα βρεθεί εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα πρέπει να κάνει αίτηση ένταξης σ’ αυτή. Και η Αριστερά επίσης είναι, διεθνώς, κατά κανόνα επιφυλακτική.

Εκεί όμως που τρελαίνεσαι εντελώς, είναι η στάση της ελληνικής Αριστεράς ή, σωστότερα, του πλειοψηφικού της κομματιού. Δεν πρόκειται μόνο για τον συνήθη οπορτουνισμό, ο οποίος εν προκειμένω αποτυπώνεται στη γραμμή «εναντίον μεν των αποσχίσεων, επειδή τις υποθάλπει ο διεθνής ιμπεριαλισμός, εξαιρουμένων όμως όσων αποτελούν «συμφέρουσα» γεωπολιτική εξέλιξη, όπως λ.χ. η ξαφνική (το επίθετο έχει την αυτονόητη σημασία του) «αυτοδιάθεση» της Κριμαίας υπό την επίβλεψη του ρωσικού στρατού». Κυρίως είναι η ιδεολογική της ένδεια στην κατανόηση των εξελίξεων και η καταφυγή στα κλισέ. Ενώ στην ίδια τη Γιουγκοσλαβία λ.χ. δεν υπάρχει σοβαρός αναλυτής, που να μη δέχεται την πρωταρχική ευθύνη των εθνικισμών και ιδιαίτερα των πιο επιθετικών, του σερβικού κατά πρώτο λόγο και του κροατικού κατά δεύτερο, η πλειοψηφούσα Αριστερά της χώρας μας προσχώρησε από την πρώτη στιγμή στην άποψη ότι την Γιουγκοσλαβία τη διαλύουν εξωτερικοί παράγοντες - κατά σειράν το τέταρτο Ράϊχ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ΗΠΑ του Κλίντον και οι ιμπεριαλιστές γενικά. Αφήνω την ευρέως διαδεδομένη συνωμοτική θεωρία ότι οι ΗΠΑ, η Ε.Ε. αλλά και το διεθνές κεφάλαιο, ο Σόρος κλπ. δεν παύουν να κατασκευάζουν «ανύπαρκτες» εθνότητες και να απεργάζονται συνωμοσίες εναντίον των «υπαρκτών».

Το ζήτημα είναι ότι η Καταλονία, όπως και οι άλλες δύο προωθημένες «αυτονομίες» του ισπανικού κράτους - η χώρα των Βάσκων και σε μικρότερο βαθμό η Γαλικία -, οι οποίες σημειωτέον μιλούν διαφορετικές γλώσσες από την επικρατούσα καστιλιάνικη, είναι κάθε άλλο παρά «ανύπαρκτη». Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος να εκθέσω αναλυτικά την άποψή μου για το εθνικό φαινόμενο, που ναι μεν είναι κατασκευή, συνδεδεμένη με την άνοδο της αστικής τάξης και τη δημιουργία κράτους αλλά βασίζεται στην ανάδειξη προϋπαρχόντων στοιχείων - και στον αποκλεισμό άλλων. Σε γενικές γραμμές όμως συμφωνώ με την άποψη των Χαρντ και Νέγκρι («Αυτοκρατορία» εκδ. Scripta 2002) ότι «ενώ στα χέρια των κυριάρχων (ομάδων) η έννοια του έθνους υπηρετεί τη στασιμότητα και την παλινόρθωση, στα χέρια των υποταγμένων γίνεται ένα όπλο αλλαγής και επανάστασης».

Η Καταλονία διαθέτει και έντονο παρελθόν αυτονομίας, ήδη από την εποχή του Καρλομάγνου, και μακραίωνη ναυτική παρουσία και επέκταση στη Μεσόγειο και ισχυρότατη αίσθηση εθνογλωσσικής ταυτότητας αλλά και οδυνηρά βιώματα εθνικής καταπίεσης από τους Βουρβόνους βασιλιάδες και κυρίως από τον Φράνκο. Η δε αφομοιωτική πολιτική του ισπανικού κράτους, ακόμα και μετά απ’ τον θάνατο του τελευταίου, έχει οδηγήσει στη σταδιακή εξαφάνιση της καταλανικής γλώσσας από περιοχές της Αραγωνίας και κυρίως της Βαλένθια. Η τακτική του Ραχόϊ από την άλλη μπορεί να αποσκοπούσε στο φόβο αλλά έχει προκαλέσει την οργή. Όπως μας βεβαιώνει μια από τις κορυφαίες μορφές των καταλανικών γραμμάτων, ο Μπαλταζάρ Πορσέλ, «ιστορικά η Καταλονία ταλαντεύεται ανάμεσα στο seny και τη rauxa, τη λογική και την παραφορά» («Μεσόγειος - ταραγμένα κύματα» εκδ. Πάπυρος 2012).
 
         Για κάποιον ωστόσο, που τάσσεται εναντίον των συνόρων και υπέρ μιας παγκόσμιας ΕΣΣΔ, που έλεγε και ο Άρης Αλεξάνδρου, το προβοκατόρικο ερώτημα παραμονεύει στη γωνία : «Είσαι τελικά υπέρ ενός εθνικισμού ; ». Το δίλημμα όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τίθεται έτσι αλλά ως επιλογή μεταξύ ενός κυρίαρχου και ενός καταπιεσμένου εθνικισμού. Και για όσους/ες δεν πείστηκαν από τη θεωρητική τους διάκριση λίγο παραπάνω, θα προσθέσω ότι και στην πράξη η πολιτική ατζέντα ακόμα και των δεξιών αυτονομιστών είναι, συγκυριακά έστω, πολύ πιο προοδευτική από εκείνη του κυρίαρχου κράτους. Επ’ αυτού ενδιαφέρουσα είναι η τοποθέτηση της επικεφαλής του Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος (SNP) Νίκολα Στάρτζεον, σε συζήτηση με την Τουρκάλα συγγραφέα Ελίφ Σαφάκ προ μηνός στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου, ότι ο προσδιορισμός «εθνικό» στον τίτλο του κόμματος οφείλεται μόνο στην παράδοσή του και η ίδια θα προτιμούσε να αλλάξει. Η θέση αρχής είναι πως μια ένωση λαών δεν μπορεί παρά να είναι εθελούσια. Από δε την άποψη της Αριστεράς, ακόμη πιο σημαντική είναι η στράτευση της συντριπτικής πλειοψηφίας των αριστερών δυνάμεων της Καταλονίας, από το ιστορικό σοσιαλδημοκρατικό ERC, που ιδρύθηκε το 1931, μέχρι τα αντικαπιταλιστικά CUP και Podem, αλλά και του συνόλου σχεδόν των κινημάτων μιας πλούσιας κοιτίδας στο στρατόπεδο της ανεξαρτησίας. Μνημονεύω ειδικά το οικολογικό κίνημα για την προστασία του ποταμού Έβρου, που στο παρελθόν έφτασε να κινητοποιεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων, από το εμμονικό σχέδιο όλων των δεξιών ισπανικών κυβερνήσεων για τη "μεταφορά" του νερού του στο νότο.

          Δεν υποστηρίζω ότι είναι εύκολο πράγμα η επεξεργασία μιας γενικής θεωρίας για το φαινόμενο της απόσχισης και της δημιουργίας χωριστού κράτους. Ακόμα οι εφαρμοστές του Διεθνούς Δικαίου, που δουλεύουν πολλά χρόνια πάνω στα κριτήρια εφαρμογής της αρχής της εθνικής αυτοδιάθεσης, πολύ συχνά πέφτουν σε μπελάδες. Θεωρώ όμως ότι η Αριστερά έχει στη διάθεσή της τα θεωρητικά εργαλεία, παλιά και σύγχρονα, όχι μόνο για να καταγγείλει το καθεστώς Ραχόϊ, όπως κάνουν οι διαδηλωτές σε πολλές ισπανικές πόλεις, αλλά και για να ταχθεί ανεπιφύλακτα στο πλευρό του καταλάνικου λαού και της ανεξαρτησίας. Και με τα λόγια του μεγάλου Παλαιστίνιου διανοητή Εντουάρντ Σαΐντ, σε ένα άλλο επίδικο : «Φυσικά και μάχομαι υπέρ μιας ανεξάρτητης Παλαιστίνης, ώστε να αναλάβω επιτέλους το ρόλο μου ως διανοούμενος, το ρόλο του κριτικού απέναντι στο έθνος - κράτος».

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Για το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου


Εισήγηση μετά από την θεατρική απόδοση του βιβλίου σε μονόλογο από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Φώτη Μακρή / Γιάννενα, 23-9-2017


Σπεύδω από την αρχή να πω ότι το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου, που θεωρείται ένα από τα εμβληματικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις και προσλήψεις, ανάλογα με την οπτική γωνία του κάθε αναγνώστη ή θεατή.
Αρχικά να πούμε ότι είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του, ελληνορωσικής καταγωγής, συγγραφέα και μεταφραστή Άρη Αλεξάνδρου, γράφτηκε στην Αθήνα και κυρίως στο Παρίσι από το 1966 μέχρι το 1972 και εκδόθηκε το 1974, ακριβώς στη Μεταπολίτευση, ενώ ο συγγραφέας του εξακολούθησε να ζει στο Παρίσι μέχρι το θάνατό του, το 1978. Επρόκειτο να εκδοθεί κατά τη διάρκεια της χούντας αλλά ο αρχικός εκδότης του, όντας αριστερός, δίστασε να προχωρήσει, φοβούμενος ότι το έργο είναι «αντικομμουνιστικό» και θα βοηθήσει το καθεστώς των συνταγματαρχών.                  
Θα σας πω τη δική μου ανάγνωση αυτής της οιονεί ανακριτικής απολογίας /εξομολόγησης, που γίνεται ενώπιον του αναγνωστικού (και του θεατρικού) κοινού και εκτείνεται στο σύνολο του έργου.              
Πρώτα-πρώτα δεν πρέπει να παγιδευτούμε από την ιστορική αληθοφάνεια της περιγραφής της τελευταίας περιόδου του ελληνικού Εμφυλίου. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξάλλου μας κλείνει το μάτι και μας προειδοποιεί : και οι ημερομηνίες είναι πειραγμένες (λ.χ. ενώ ο Εμφύλιος τέλειωσε τον Αύγουστο του 1949, η μεταφορά του άδειου τελικά κιβωτίου και η σύλληψη του ήρωα κρατάει μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου) και άλλα πραγματολογικά στοιχεία είναι ανακριβή. Δεν πρέπει δηλαδή να θεωρήσουμε ότι ο συγγραφέας αφηγείται αληθινά περιστατικά και ότι τέτοια πράγματα συνέβαιναν στ’ αλήθεια.        
Παρ’ όλα αυτά κάποιοι παγιδεύτηκαν ! Ο πιο έγκυρος μελετητής της ζωής και του λογοτεχνικού έργου του Άρη Αλεξάνδρου και καλός του φίλος, ο κριτικός Δημήτρης Ραυτόπουλος, έχει παραθέσει 3 τουλάχιστον περιπτώσεις (στο «Athens Review of books», τεύχος 12, Νοέμβριος 2010), στις οποίες το έργο διαβάστηκε ως ιστορική μαρτυρία :
- στην πρώτη ένας αγανακτισμένος φοιτητής της Φιλοσοφικής όρμησε στο γραφείο του Ραυτόπουλου και αποκάλεσε το μυθιστόρημα «συνειδητή παραχάραξη της Ιστορίας»
- στη δεύτερη κάποιος ομιλητής σε «παρουσίαση βιβλίου» υποστήριξε ότι το κιβώτιο υπήρξε πράγματι και μάλιστα δεν ήταν άδειο αλλά περιείχε μια ακριβή γούνα - δώρο του Ζαχαριάδη από την Καστοριά σε μια ερωμένη του ονόματι Ρούλα
- και στην τρίτη περίπτωση, όταν κυκλοφόρησε η μετάφρασή του στα γαλλικά, ένας Γάλλος κριτικός παρουσίασε το βιβλίο ως ένα επεισόδιο από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.
Η ψευδαίσθηση του ρεαλισμού δημιουργείται από την εμμονή του συγγραφέα στη λεπτομέρεια. Αυτή η ατέλειωτη παρέλαση από ημερομηνίες, τοπωνύμια, χάρτες και πρόσωπα μας μπάζει ταυτόχρονα σε μια καφκική ατμόσφαιρα κομματικής γραφειοκρατίας, ευθυνοφοβίας, γενικής καχυποψίας και πάνω απ’ όλα σιδερένιας και αλύπητης πειθαρχίας (για σκεφτείτε λίγο : όποιος σκοτώνεται, χάνεται εκτελώντας αποστολή / όποιος τραυματίζεται, κυανίζεται / όποιος προδίδει, εκτελείται), η οποία τελικά αποδεικνύεται χωρίς κανένα απολύτως νόημα.
Από την άλλη μεριά όμως, όταν ο ανακρινόμενος ήρωας ξεχνιέται, όταν ξεφεύγει από τον λαβύρινθο της αποστολής και αρχίζει να αφηγείται τη στρατευμένη στο κόμμα ζωή του, συνειδητοποιεί βαθμιαία ότι το οικοδόμημα, πάνω στο οποίο στήριξε όλη τη συναισθηματική του ασφάλεια και το νόημα της ζωής του, είναι διαβρωμένο και σαθρό. Εδώ πλέον πρόκειται για ένα άλλο κιβώτιο, αυτό της επαναστατικής ουτοπίας. Είναι τελικά κι’ αυτό άδειο ή όχι ; Εδώ κι’ αν η απάντηση εξαρτάται από την οπτική γωνία του καθένα. Ο ήρωας του βιβλίου πάντως στέκει στο τέλος αμήχανος χωρίς απάντηση.                                                                       
Το ερώτημα όμως, που ταλαιπώρησε τον αρχικό εκδότη του, παραμένει : Είναι «το κιβώτιο» αντικομμουνιστική λογοτεχνία ή όχι ;
Για να βοηθηθούμε στην απάντηση, ίσως θα πρέπει να ερευνήσουμε την ίδια τη ζωή του Άρη Αλεξάνδρου. Όντας μέλος του ΚΚΕ, αποχωρεί απ’ αυτό το 1942 όταν διαγράφονται 3 φίλοι του, που στολίζονται μάλιστα με τον χαρακτηρισμό «προδοτικό τρίο». Η προδοσία τους συνίστατο στην άποψη ότι το κόμμα έπρεπε να πει καθαρά ότι ήθελε κομμουνισμό στην Ελλάδα μετά από τον πόλεμο. Παρ' όλα αυτά ο Αλεξάνδρου συνεχίζει να συμμετέχει στην αντιστασιακή δράση της Αριστεράς, εξορίζεται από τους Άγγλους και κρατείται στο στρατόπεδο του Ελ Ντάμπα στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, στη συνέχεια δέχεται τη φιλοξενία των στρατοπέδων του Μούδρου, της Μακρονήσου και του Αϊ Στράτη και τέλος καταδικάζεται για ανυποταξία, επειδή δεν δέχτηκε να καταταγεί και να πολεμήσει στον κυβερνητικό στρατό, μένοντας άλλα 7 χρόνια στη φυλακή.
Τους δεσμούς του με την Αριστερά τους κόβει οριστικά το 1951 στη Μακρόνησο, όταν αγανακτεί σε μια συνεδρίαση εξόριστων λογοτεχνών και διανοουμένων, όπου ο καθοδηγητής εισηγείται το δόγμα Ζντάνοφ, σύμφωνα με το οποίο η λογοτεχνία, που δεν υπηρετεί την κομματική γραμμή, είναι αντιδραστική και καταδικαστέα. Φυσικά αυτό του στοιχίζει ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση και περιθωριοποίηση στους κύκλους των εξορίστων.                                 
Έχουμε λοιπόν μπροστά μας έναν άνθρωπο, που εγκαταλείπει το Κόμμα και βαθμιαία αυτό που τότε θεωρούνταν ως «αριστερές ιδέες». Την ίδια ώρα όμως όχι μόνο δεν πάει στην αντίπαλη πλευρά αλλά δέχεται τους διωγμούς ως αριστερός ! Έχουμε μπροστά μας έναν άνθρωπο με υψηλές ηθικές αρχές, που συνοψίζονται στην προσωπική ευθύνη του καθένα για τις επιλογές, μικρές και μεγάλες, που καλείται να κάνει στη ζωή του. Είναι μια μοναχική φιγούρα, που απορρίπτει την προσωπική καταστολή στο όνομα του σοσιαλιστικού οράματος -και μάλιστα αυτό συμβαίνει πολύ πριν αναπτυχθεί η προβληματική των ατομικών δικαιωμάτων, που επηρέασε ένα σημαντικό κομμάτι της Αριστεράς-, που ασκεί δριμεία κριτική στην πρακτική της επανάστασης αλλά παρ’ όλα αυτά δεν αποκαθηλώνει την έννοιά της.                                                 
Ο 20ος αιώνας και κυρίως η περίοδος του σταλινισμού, και στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο η ήττα του εμφυλίου, παρήγαγε ένα συγκεκριμένο ανθρωπολογικό τύπο «στρατευμένου» κομμουνιστή, που αφιερώνει τη ζωή του στο κόμμα, υφίσταται πολλές στερήσεις και διώξεις και ζει συχνά στην παρανομία, αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει συνωμοτικά αντανακλαστικά και χαμαιλεοντικούς μηχανισμούς, χάνει την κριτική του ικανότητα και μαθαίνει να υποτάσσει κάθε έκφραση ατομικότητας στις κομματικές εντολές και στον υπέρτατο σκοπό. Το ζήτημα είναι ότι οι μηχανισμοί της «επαναστατικής» εξουσίας τις περισσότερες φορές έχουν χάσει κάθε επαφή μ’ αυτόν. Στο βιβλίο υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές σ’ αυτή, την επίσης καφκικού χαρακτήρα, κομμουνιστική στρέβλωση : «Ο ταγματάρχης μας είπε ότι οι εκκαθαρίσεις όχι μόνο δεν εξασθενούν το κόμμα μα απεναντίας το δυναμώνουν», «οι ιστορικές αποφάσεις της Ολομέλειας της 29ης Αυγούστου μπορεί να ανατράπηκαν από μια άλλη εξίσου ιστορική Ολομέλεια», «δεν ανέφερα στο βιογραφικό τους καλύτερους φίλους μου, γιατί τα ονόματά τους είναι στενά δεμένα με υποψίες», «μπορεί το ίδιο το Γενικό Αρχηγείο να μας είχε στείλει εν γνώσει του στην αποτυχία και στο θάνατο».
Με την Καίτη Δρόσου στο Παρίσι
Απέναντι σ’ αυτή την στρέβλωση, ο Αλεξάνδρου, όπως έκανε εξάλλου και στην πράξη, πιστεύει στην ευθύνη της ατομικής επιλογής. Αυτό το νόημα έχει και η μικρή αναφορά στον Οιδίποδα στο τέλος του βιβλίου. Ο Οιδίποδας γνώριζε ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη μοίρα του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχε ελευθερία επιλογής. Θα μπορούσε να αυτοκτονήσει !                     
Τελειώνοντας, πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να σας διαβάσω μια επιστολή, που ο Αλεξάνδρου έστειλε το 1974 και δημοσιεύθηκε στα «Νέα» το 1978, πιθανότατα με την ευκαιρία του θανάτου του. Εγώ την αλίευσα αναδημοσιευμένη σε κείμενο του Στρατή Μπουρνάζου για την εφημερίδα «Εποχή» (φύλλο 522, 19-3-2000).                  
Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στον φίλο του Χρ. Θεοδωρόπουλο «Το ότι υπήρξα αρνητής της αριστεράς είναι απολύτως σωστό. Πρόκειται όμως και πάλι για μισή αλήθεια : υπήρξα και εξακολουθώ να είμαι, ταυτόχρονα, αρνητής της δεξιάς. Διότι απλούστατα πήρα το 1950 την απόφαση της μοναξιάς. Μα δεν διάβασες λοιπόν ούτε τα ποιήματά μου ή τα διάβασες και δεν κατάλαβες τίποτα ; … Είμαι μόνος. Δεν δέχομαι κανέναν για καθοδηγητή μου και πείθομαι στα ένδον ρήματα, δηλαδή στη δική μου και μόνον λογική..                 
Είμουνα, λοιπόν, κομμουνιστής και μάλιστα από τα εννιά μου χρόνια κι ούτε με παρέσυρε κανείς κι ούτε με οργάνωσε τότε, μα τάχτηκα μονάχος μου υπέρ των φτωχών και των αδικημένων και εναντίον των πλουσίων και είμουνα τότε, χωρίς να το ξέρω, πραγματικός χριστιανός και τάχτηκα χωρίς να το ξέρω με το μέρος του Χριστού, που είχε διώξει τους εμπόρους από τον Ναό. Μόνος μου το αποφάσισα τότε, «θεόπνευστη» ήταν η απόφασή μου, σύμφωνα με τη δική σου ορολογία και δεν έκανα διάκριση ανάμεσα σε φτωχούς Έλληνες και φτωχούς ξένους – ίσως γιατί είμουνα και γω ένας ξένος στην Ελλάδα – και είμουνα και τότε και παραμένω αντιρατσιστής.                                               
Αργότερα πίστεψα πως η Σοβιετική Ένωση είναι η πατρίδα των φτωχών και των προλεταρίων και άρα πατρίδα μου και συνεπώς είμουνα ρωσόπουλο τότε, όπως θα μπορούσα να είμαι και τουρκόπουλο, αν είχε γίνει στην Τουρκία η επανάσταση του ’17, δεν είμουνα πάντως ελληνόπουλο, όπως ισχυρίζεσαι και κατά την κατοχή ευχόμουνα να έρθουνε οι κόκκινοι φαντάροι και να διώξουν τους Ναζί και να μείνουν στην Ελλάδα – γιατί όχι αφού ήτανε αδέλφια μας ; Μα κι όταν κατάλαβα πως η Σ.Ε. κατάντησε ένα κράτος ιμπεριαλιστικό, δεν έγινα ελληνόπουλο, μα παρέμεινα διεθνιστής, κοσμοπολίτης, πολίτης του κόσμου και εξακολουθούσα και εξακολουθώ να εύχομαι την κατάργηση όλων των συνόρων και τη δημιουργία μιάς παγκόσμιας ΕΣΣΔ – πραγματικής αυτή τη φορά κι όχι ψεύτικης. Ουτοπία φυσικά και δε θα ζήσω να δω την πραγμάτωσή της, μα δεν έχει σημασία. Πες μου την ουτοπία σου να σου πω ποιος είσαι ».                       
Θεωρώ επομένως ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, ανεξάρτητα από τις αγωνίες και τις αμφιβολίες που τον κατέτρωγαν, πίστευε βαθειά στην επαναστατική ουτοπία. Και μακάρι ο 21ος αιώνας να σφραγιστεί από έναν άλλο ανθρωπολογικό τύπο κοινωνικού επαναστάτη !

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Ένα λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα - μέρος τρίτο


Κωνσταντινούπολη / Ιστανμπούλ, περιβαλλοντικές αξίες και απειλές

Συνεχίζουμε το ταξίδι μας, ακολουθώντας και μεις τον δρόμο των ψαριών προς τα νότια και φτάνουμε στη μοναδική έξοδο της θάλασσας, τον Βόσπορο, που ήδη από τον 17ο αιώνα ο Ιταλός ναυτικός Μαρσίλι απέδειξε ότι διαπερνάται από δύο και όχι ένα θαλάσσια ρεύματα : ένα επιφανειακό και ελαφρύτερο από τη Μαύρη θάλασσα προς το Μαρμαρά και τη Μεσόγειο και ένα αλμυρότερο και βαθύτερο προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Είναι ωστόσο η συνάντηση όχι των θαλάσσιων αλλά των ανθρώπινων ρευμάτων στο Βόσπορο, που καθόρισε την ιστορική του μοίρα. Κανένα ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα δεν είναι πλήρες χωρίς μια στάση στη μεγαλύτερη και σπουδαιότερη πόλη της, την διαχρονικά ηγεμονική Κωνσταντινούπολη / Ιστανμπούλ, που κυριαρχεί στα εγχειρίδια ιστορίας και στη συλλογική μνήμη όλων των λαών της περιοχής και όχι μόνο.

Ό,τι και να πούμε για τη γοητεία, που η πολυεθνική μητρόπολη άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί στους συγγραφείς, είναι λίγο. Η λογοτεχνική της απεικόνιση εκτείνεται σε πολλές εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες έργα : κάποια εντελώς ξεχασμένα, όπως η καταλανική ιπποτική μυθιστορία του 15ου αιώνα «Ο Τιράν ο λευκός» ή οι εντυπώσεις του Αβαλισβίλι και των άλλων Γεωργιανών ταξιδευτών του 17ου και 18ου αιώνα, κάποια πολυδιαβασμένα μέχρι σήμερα, όπως τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι και του Γκράχαμ Γκρην, που εκτυλίσσονται πάνω στο Οριάν Εξπρές, και κάποια συνδεδεμένα με ισχυρές βιωματικές εντυπώσεις, όπως αυτές του Πιέρ Λοτί, θαμώνα του καφενείου στον Κεράτιο κόλπο, στα οριενταλιστικά μυθιστορήματα του οποίου πάντως δεν απηχούνται αποικιοκρατικές αντιλήψεις. Και ασφαλώς το φαντασμαγορικό και μαζί χαοτικό αστικό τοπίο της Ιστανμπούλ είναι ο αγαπημένος μυθοπλαστικός τόπος της τουρκικής λογοτεχνικής παραγωγής, που πολύ συχνά αρέσκεται να διερευνά τις πολλαπλές ταυτότητες της πόλης.
 
Εμβληματικό είναι ασφαλώς το «Μαύρο Βιβλίο» του νομπελίστα πλέον Ορχάν Παμούκ, που μας έχει παραδώσει και ένα νοσταλγικό χρονικό της Πόλης από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως μυθιστόρημα και ως αυτοβιογραφία, ως τουριστικός οδηγός και δοκίμιο. Ο κατάλογος όμως των συγγραφέων είναι μεγάλος : Οι παλιότεροι Γιαχιά Κεμάλ και Αχμέτ Τάνπιναρ, οι νεότεροι Ντενίμ Γκιουρσέλ και Φεριντέ Τσιτσέκογλου, από τους σύγχρονους η Ελίφ Σαφάκ με τους προβληματισμούς για τη γυναικεία ταυτότητα και ο Τουνά Κιρεμιτσί, κι’ ακόμα ο Αχμέτ Ουμίτ και η Εσμαχάν Αϊκόλ, που χρησιμοποιούν συχνά τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Εξάλλου και ο κορυφαίος Έλληνας αστυνομικός συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης κουβαλάει μέσα του την Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων.

Σ’ αυτό το ταξίδι θα αφουγκραστούμε κυρίως τη φωνή ενός άλλου υποψήφιου για το βραβείο Νόμπελ, μια φωνή που έχει κουρδική καταγωγή αλλά σκέφτεται και γράφει στην τουρκική γλώσσα. Ο Γιασάρ Κεμάλ, γεννημένος στην Τσουκούροβα (την Κιλικία) αλλά εγκαταστημένος από νωρίς στην Πόλη, έχει μεταφρασθεί σε δεκάδες γλώσσες, έχει αποσπάσει πολλά βραβεία και έχει εξασφαλίσει ακόμα περισσότερες διώξεις και φυλακίσεις εξαιτίας των αγώνων του για δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα. Το όνομά του είναι στην πραγματικότητα ψευδώνυμο, που άρχισε να χρησιμοποιεί όταν εργαζόταν κρυφά ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Τζουμχουριέτ. Παλιότερα είχε αποκτήσει και το προσωνύμιο Ομέρογλου (= γυιός του Όμηρου) και είναι αλήθεια ότι στη νεανική του ηλικία αγαπούσε το μοντέλο του περιπλανώμενου στα χωριά ραψωδού, που απαγγέλλει ποιήματα και ιστορίες. Το καλύτερο ίσως πιστοποιητικό της απήχησής του στην τουρκική κοινωνία είναι ένα περιστατικό του 1971, κατά τη διάρκεια της κράτησής του στις στρατιωτικές φυλακές, όταν οι δεσμοφύλακες βρήκαν τα κατασχεμένα βιβλία του και τα πήραν μαζί τους στη φυλακή για να τους τα υπογράψει !

Το μυθιστόρημα του Γιασάρ Κεμάλ «Η θυμωμένη θάλασσα», που εκδόθηκε το 1978, αποτελεί πρώιμη τομή στον παγκόσμιο οικολογικό προβληματισμό, σε μια εποχή που ο όρος «οικολογία» ήταν σχεδόν άγνωστος. Είναι μια ελεγεία και ταυτόχρονα προειδοποίηση για την καταστροφή του περιβάλλοντος και τις επιπτώσεις της στη ζωή των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαίο που μία από τις φυλακίσεις του συγγραφέα οφείλεται στη μαχητική του αρθρογραφία ενάντια σ’ ένα νομοσχέδιο για τα δάση της τότε κυβέρνησης Ντεμιρέλ.

Ο Κεμάλ τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησής του τη θάλασσα, ή ακριβέστερα τις τρεις θάλασσες της Πόλης, του Μαρμαρά, τον Βόσπορο και τον εσωτερικό Κεράτιο κόλπο, και υμνεί τη σχέση της με τη ζωή των ανθρώπων. Ο λόγος του είναι συμβολικός και γεμάτος αλληγορίες, από τις οποίες ας συγκρατήσουμε το εύρημα των «νοτιατζήδων», των ανθρώπων δηλαδή που μετά από τους ισχυρούς νοτιάδες συνηθίζουν να ψάχνουν στο βυθό της θάλασσας και να ανακαλύπτουν πολύτιμα πετράδια και χρυσό, βυζαντινό, οθωμανικό ή ρωσικό. Είναι κι’ αυτός ένας από τους τρόπους του συγγραφέα να μιλήσει όχι μόνο για το αυτοκρατορικό μεγαλείο του παρελθόντος μα και για τις ελπίδες, που γεννάει η θάλασσα στο παρόν. 

Οι δύο βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, ξεριζωμένοι μετανάστες της ενδοχώρας αμφότεροι και μ’ ένα εσωτερικό κενό που μεγαλώνει συνεχώς καθώς μετακινούνται στη γιγαντιαία πόλη, είναι ο κακοποιός Ζεϋνέλ, ένας φτωχοδιάβολος Ρομπέν των Δασών, στον οποίο η λαϊκή φαντασία και τα ταμπλόϊντ έχουν δώσει διαστάσεις αρχι-γκάγκστερ και επικίνδυνου δολοφόνου, και ο ονειροπόλος ψαράς Σελίμ, που συνεννοείται καλύτερα όχι με τους ανθρώπους αλλά με τη θάλασσα και τα δελφίνια, τα οποία σημειωτέον αποτελούν θύματα συστηματικής αλίευσης τα τελευταία 60 χρόνια. Και κοντά σ’ αυτούς βέβαια η φιγούρα του πρώην λαθρέμπορου και ήδη μεγαλοεργολάβου ως υπόμνηση της διπλής σχέσης του πλούτου και της άρχουσας τάξης αφενός μεν με τον υπόκοσμο αφετέρου δε με μια διεφθαρμένη αστυνομία. Ο συγγραφέας περιγράφει με ζωντάνια όχι μόνο τον βιασμό της φύσης αλλά και τα τραύματα που προκαλεί στον ψυχισμό των ανθρώπων, τον φόβο του Ζεϋνέλ μπροστά στο φλεγόμενο τάνκερ στο Βόσπορο ή την οργή του Σελίμ στη θέα των δολοφονημένων δελφινιών.

Το συμπέρασμα είναι προφανές αλλά αμείλικτο. Εάν η Μαύρη Θάλασσα χάσει τις περιβαλλοντικές της αξίες, εάν εκφυλιστεί σε νεκροταφείο ή υπόνομο, τι νόημα έχει άραγε η οικονομική και ή όποια άλλη πρόοδος των κοινωνιών γύρω απ’ αυτήν ;


Επίλογος
Το ταξίδι της λογοτεχνίας είναι ασφαλώς ανεξάντλητο. Και υπάρχουν πολλοί ακόμα τόποι σ’ αυτές τις ακτές, που μπορούν να συνδυάσουν τη γοητεία της ανάγνωσης με τη γνώση για το παρελθόν και τον προβληματισμό για το μέλλον. Εξάλλου κατά τον Ζακ Λακαριέρ «έκσταση και δοκιμασία είναι τα δύο άκρα κάθε αληθινού ταξιδιού». Ελπίζω το δικό μας, αν και νοερό, να προκάλεσε ερεθίσματα και να αποτέλεσε μια μικρή μαθητεία στην πολυφωνία των ιδεών, το κλειδί δηλαδή για μια γόνιμη συνεργασία στη Μαύρη Θάλασσα !

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Ένα λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα - μέρος δεύτερο



Οδησσός, η γέννηση και η διάψευση της ελπίδας

 
Συνεχίζουμε το λογοτεχνικό μας ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα προς τα δυτικά και ύστερα από μερικές εκατοντάδες μίλια φτάνουμε στο μεγάλο λιμάνι της Οδησσού, που ιδρύεται μόλις το 1794 από τη Μεγάλη Αικατερίνη, προικίζεται με ειδικό καθεστώς εμπορικής ζώνης και διοικείται από την πρώτη στιγμή από ένα ξένο, τον Γάλλο Δούκα του Ρισελιέ. Με ραγδαίους ρυθμούς συρρέει μια πανσπερμία 50 εθνοτήτων, εμπόρων και εργατών, που χαρίζει στην πόλη οικονομικό δυναμισμό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. «Εδώ αναπνέω Ευρώπη» συνήθιζε να λέει ο Αλεξάντερ Πούσκιν, που, όπως και ο κατοπινός εθνικός ποιητής της Πολωνίας Άνταμ Μίτσκεβιτς, γνώρισαν την πόλη ως τόπο εξορίας, όχι και τόσο δυσάρεστης εδώ που τα λέμε .. 
 
Η Οδησσός γίνεται διεθνής έδρα συνωμοτών και, αν εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε τη Φιλική Εταιρία, την ίδια ώρα η πόλη φιλοξενεί μυστικές συγκεντρώσεις Ρώσων Δεκεμβριστών, Βούλγαρων και Ρουμάνων επαναστατών, Γάλλων και Ιταλών εμιγκρέδων. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον εκπαιδεύονται επαναστάτες σαν τον Λέον Τρότσκι, γεννιούνται συγγραφείς σαν την Άννα Αχμάτοβα, τον Βαλεντίν Κατάεφ, ή τον μετέπειτα Ιταλό Λεόνε Γκίνζμπουργκ και γράφονται τραγούδια σαν το «O sole mio» από τον Εντουάρντο ντι Κάπουα, το κατοπινό σήμα κατατεθέν της Νάπολης. Ο λογοτεχνικός και μουσικός κύκλος της πόλης παίζει σπουδαίο ρόλο και πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά και μετά απ’ αυτή, ενώ η Οδησσός διεκδικεί και τον τίτλο της γενέτειρας του κινηματογράφου, αφού οι πειραματικές ταινίες του 1893 του Τιμτσένκο προηγούνται κατά δύο χρόνια των αδελφών Λυμιέρ. Σίγουρα πάντως η πόλη έχει κατοχυρώσει την ιδιοκτησία της πιο διάσημης σεκάνς στην ιστορία της 7ης Τέχνης, αυτής με το καρότσι στη γρανιτένια σκάλα προς το λιμάνι στην ταινία του Σεργκέϊ Αϊζενστάϊν «Θωρηκτό Ποτέμκιν». Η σκάλα της Οδησσού αποτελεί ένα παγκόσμιο «επαναστατικό» τοπόσημο !
 
Και καθώς οι τσαρικοί νόμοι επιβάλλουν ασφυξία στις εβραϊκές κοινότητες της επαρχίας, ο εβραϊκός πληθυσμός συρρέει στην Οδησσό και φτάνει στα τέλη του 19ου αιώνα να αποτελεί το 1/3 της πόλης. Στην εβραϊκή συνοικία Μονταβάνκα γεννιέται το 1894 ο διηγηματογράφος και δημοσιογράφος Ισαάκ Μπάμπελ, που, παρότι προέρχεται από αστικό περιβάλλον και δέχεται μια καλή εκπαίδευση, βιώνει και τις ανισότητες και τα πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων και αποφασίζει να γίνει Μπολσεβίκος. Συμμετέχει μάλιστα και στις επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού, για λίγο ως εθελοντής και στη συνέχεια ως πολεμικός ανταποκριτής με εκσλαβισμένο όνομα κατά την εκστρατεία στην Πολωνία. Η εκστρατεία αυτή, που τελικά εξελίχθηκε στη μοναδική στρατιωτική ήττα των μπολσεβίκων, και το περιβάλλον της Οδησσού αποτελούν τις δύο βασικές πηγές έμπνευσης για τα διηγήματά του. Ο Μπάμπελ ακροβατεί σε πολλά μεταίχμια, μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας, μεταξύ αποστροφής για τη βία και κατανόησής της, μεταξύ αφοσίωσης στην επανάσταση και προβληματισμού για τα μέσα της. Στις γεμάτες με αφοπλιστικό χιούμορ ιστορίες του κατάφερε να συλλάβει, καλύτερα από κάθε άλλον σύγχρονό του, τον πνευματώδη αλλά και αναρχικό χαρακτήρα της Οδησσού.
 
Παρά την ενθουσιώδη αναγνώριση του Γκόρκυ, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως «ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει σήμερα η Ρωσία», ο Μπάμπελ καταφεύγει στη σιωπή στη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων, από τις οποίες τελικά δεν επιζεί. Εκτελείται τον Ιανουάριο του 1940 ύστερα από μια συνοπτική δίκη 20 λεπτών, όπου κατά τα ειωθότα καταδικάζεται και για «τροτσκισμό» και για «κατασκοπεία». Οι τελευταίες λέξεις του συγγραφέα είναι «Ποτέ δεν έκανα κάτι εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Αφήστε με τουλάχιστον να ολοκληρώσω το έργο μου !»
 
Ως επίλογο για τον Μπάμπελ θα παραθέσω τις αναμνήσεις του Κοσταντίν Παουστόφσκι, ενός άλλου μέλους του κύκλου των συγγραφέων της Οδησσού και υποψήφιου αργότερα για το βραβείο Νόμπελ, που έγραψε ότι «Ο Μπάμπελ ήταν για μας ο πρώτος αληθινά Σοβιετικός συγγραφέας». Ο ίδιος ο Παουστόφσκι δεν δίστασε αργότερα, επί εποχής μπρεζνιεφισμού, να αντιταχθεί στην δίκη και καταδίκη των συγγραφέων Σινιάφσκι και Ντάνιελ αλλά και στον διατεταγμένο εκσλαβισμό πολλών τοπωνυμίων της περιοχής.
 
Αυτός δεν γεννιέται στην πόλη αλλά έρχεται λίγο μετά από την επικράτηση των Μπολσεβίκων και γράφει γι’ αυτήν όπως ένας άντρας για τη γυναίκα του. Ακόμη περισσότερο όμως γίνεται λάτρης της Μαύρης θάλασσας, ακούραστος ταξιδιώτης και μεγάλος ψαράς. Εκτός από τις λυρικές περιγραφές της θάλασσας, χρωστάμε στον Παουστόφσκι μερικές από τις καλύτερες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας του ψαρέματος, δίπλα σ’ αυτές του Χεμινγουέϊ και του Μέλβιλ.
 
Και αυτή η θάλασσα ήταν στ’ αλήθεια πάντα πλούσια σε ψάρια ! Κοντά στην Οδησσό, στη βορειοδυτική δηλαδή περιοχή της θαλάσσιας λεκάνης, εκεί που το βάθος είναι μικρό και δεν φτάνει το στρώμα του ανοξικού υδροθείου που κυριαρχεί στον βυθό της θάλασσας, ανοίγει ο κύκλος της ζωής πολλών ειδών, που στη συνέχεια ξεκινούν το δικό τους ταξίδι προς τα νότια κατά μήκος της ακτής.
 
Σαλπάρουμε επομένως από την Οδησσό, κρατώντας την εξοικείωση αφενός μεν με τον πλούτο της θάλασσας κυρίως όμως με την άνθιση της επαναστατικής ελπίδας, που συμπληρώνει φέτος την επέτειο των 100 χρόνων της, αλλά και με τη διάψευσή της.
 

 

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Ένα λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα - μέρος πρώτο


Είναι κατάλληλη η ώρα για ένα νοερό λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα, ένα ταξίδι σε τόπους συγγραφέων αλλά και λογοτεχνικών ηρώων, που αυτοί δημιούργησαν. Φυσικά δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε χωρίς την υποστήριξη δύο θεμελιακών επιστημών για την πρόσληψη και την κατανόηση του κόσμου, την Ιστορία και τη Γεωγραφία. Το 1987 μάλιστα ο Μισέλ Φουκώ υποστήριξε μια βασική διάκριση ανάλογα με τον βαθμό επιρροής των δύο επιστημονικών κλάδων κατά τη σύγχρονη εποχή : ενώ ο 19ος αιώνας είχε εμμονή με την Ιστορία, ο 20ος έστρεψε σταδιακά όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον του προς τη Γεωγραφία. Σε κάθε περίπτωση πάντως η σύνδεση του χρόνου με τον χώρο προσφέρεται για την ανασύνθεση της ιστορίας των ιδεών. Γιατί στην πραγματικότητα αυτός είναι ο στόχος του ταξιδιού μας στη λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας, ο αναστοχασμός πάνω στη γέννηση, την εξέλιξη, τη μεταμόρφωση, την υλοποίηση αλλά και την παρακμή των ιδεών.  

Κριμαία, η συνάντηση με τον "άλλο"


Η ανατολική λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας κατά
τους χρόνους της Κλασσικής Αρχαιότητας
Η περιπλάνησή μας ξεκινάει στη χερσόνησο της Κριμαίας ή Ταυρική, όπως την ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες, όπου ο κορυφαίος Αθηναίος δραματουργός Ευριπίδης τοποθετεί την τραγωδία του «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Σας θυμίζω επί τροχάδην την πλοκή της. Πρωταγωνιστές είναι τα δύο αδέλφια της γνωστής οικογένειας των Ατρειδών, η Ιφιγένεια και ο Ορέστης – η πρώτη, αφού σώθηκε από τη θυσία της στην Αυλίδα χάρη στην επέμβαση της Αρτέμιδας, υπηρετεί πλέον ως ιέρεια στο ναό της Θεάς ενώ ο δεύτερος καταφθάνει μαζί με τον φίλο του Πυλάδη με στόχο να κλέψει το ιερό ξόανο της Θεάς, ώστε να γλυτώσει από τις Ερινύες, που τον κυνηγούν ως μητροκτόνο. Οι δύο φίλοι συλλαμβάνονται ως ιερόσυλοι και κατά τον τοπικό νόμο, αλλά και λόγω του μίσους που τρέφει ο βασιλιάς Θόας εναντίον των ξένων, πρόκειται να θυσιαστούν στη Θεά, αφού πρώτα εξαγνιστούν από την ιέρειά της. Στην εξέλιξη όμως τα δύο αδέλφια αναγνωρίζονται μεταξύ τους και αποφασίζουν να δραπετεύσουν, η Ιφιγένεια με την εξυπνάδα της εξαπατά τον Θόαντα και η μάχη στην ακρογιαλιά μεταξύ των φυγάδων και των Ταύρων κρίνεται, χάρη στην επέμβαση της Αθηνάς, υπέρ των πρώτων, που δραπετεύουν μαζί με το ξόανο και καθιερώνουν τη λατρεία της Αρτέμιδας στην Αττική.


Η τραγωδία, που κατά την επικρατούσα άποψη διδάχθηκε το 413 π.Χ., στη διάρκεια δηλαδή της Σικελικής εκστρατείας των Αθηναίων, εμπνέεται από την παλιότερη αποικιακή τους εξόρμηση στον Εύξεινο Πόντο και την επαφή με τους «άλλους», μ’ ένα κόσμο γεμάτο από ευκαιρίες αλλά και κινδύνους. Και ενώ η ματιά του αυτόπτη Ηροδότου ήταν θετική απέναντι στους νομαδικούς Σκύθες -ας μη λησμονούμε ότι πρώτοι αυτοί σταμάτησαν την περσική εξάπλωση, ενώ η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα έχει τεκμηριώσει την ύπαρξη προηγμένων θεσμών στην κοινωνική τους οργάνωση-, ο Ευριπίδης γράφει την «Ιφιγένεια» μετά από την εμπειρία των Περσικών πολέμων, που σηματοδότησε μια μεγάλη νοηματική τομή στην ιστορία του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, την επινόηση του «βαρβάρου». «Ξένη τώρα στ’ άξενα του Πόντου τ’ άγρια μέρη», θρηνεί σε κάποιο σημείο η ηρωίδα, που στην εξέλιξη της πλοκής αποδεικνύει την ανωτερότητα των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων.

Η αποδοχή και η δημοτικότητα του μύθου της τραγωδίας συνεχίζει να είναι μεγάλη σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας, όπως όμως έχει ερευνήσει η ελληνίστρια Ήντιθ Χωλ, μετασχηματίζεται ανάλογα με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της κάθε εποχής. Η λατινική πρόσληψη του μύθου, ας πούμε, απομακρύνεται από την Ιφιγένεια και εστιάζει στη φιλία του Ορέστη με τον Πυλάδη, που γίνεται πρότυπο της amicitia, της αντρικής φιλίας μεταξύ των νεαρών Ρωμαίων αριστοκρατών. Ένας κατ’ εξοχήν εκφραστής αυτής της πρόσληψης είναι ο λυρικός ποιητής Οβίδιος, τα 2.000 χρόνια από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνονται φέτος. Εξόριστος ο ποιητής στις ακτές της ίδιας θάλασσας, και συγκεκριμένα στους Τόμους της Μοισίας, τη σημερινή Κωστάντζα, γράφει τις περίφημες «Επιστολές από τον Πόντο» προς τους φίλους του.  

Η τυπογραφική έκδοση των έργων του Ευριπίδη, το 1503 από τον Άλδο Μανούτιο στη Βενετία, προκαλεί την αναγέννηση του παγκόσμιου ενδιαφέροντος για την τραγωδία, η οποία διαγράφει μια συναρπαστική πολιτιστική ιστορία τα νεότερα χρόνια. Η Ιφιγένεια μεταφέρεται το 1779 στην όπερα από τον καινοτόμο Βοημό συνθέτη Κρίστοφ Γκλουκ, χορογραφείται από την Ισιδώρα Ντάνκαν και την Πίνα Μπάους και στις μέρες μας γίνεται μεγάλη θεατρική επιτυχία στις αρχές του 20ου αιώνα και κινηματογραφική ταινία υποψήφια για Όσκαρ το 1931.

Ακόμη πιο εντυπωσιακές όμως είναι οι μεταμορφώσεις του μύθου της, που έρχονται να εξυπηρετήσουν νέες ιδεολογικές ανάγκες και χρήσεις :

Πιο γνωστή είναι η τραγωδία του Γκαίτε, την οποία παρουσίασε σε ποικίλες μορφές από το 1799 μέχρι το 1782. Εδώ η λύση δεν δίνεται από τους Θεούς αλλά από τους ανθρώπους, το ξόανο δεν το κλέβουν οι 3 Έλληνες αλλά τους το παραδίδει μόνος του ο Θόας, πεισμένος από την ειλικρίνεια και την διαλεκτική δύναμη της Ιφιγένειας. Είναι μια επιλογή, που αντανακλά όχι μόνο την ανθρωπιστική πρόσληψη του αρχαίου κόσμου από τον Γκαίτε ύστερα από το ταξίδι του στην Ιταλία αλλά και την ιδέα του για τη γερμανική ενοποίηση, που πρέπει να βασιστεί στον ορθολογισμό και τη συναίνεση και όχι στη δύναμη των όπλων.

Το 1903 στο δραματικό ποίημα της Λέσγια Ουκράινκα, ηγετικής μορφής της αναγέννησης της ουκρανικής λογοτεχνίας, η Ιφιγένεια αξιοποιείται ως σύμβολο αγώνα ενάντια στον τσαρικό ιμπεριαλισμό αλλά και υπέρ του σοσιαλισμού, ενώ το 1972 ο Έλληνας ποιητής Γιάννης Ρίτσος γράφει την «Επιστροφή της Ιφιγένειας» και χρησιμοποιεί το καθεστώς των Ταύρων ως μεταφορά για τη στρατιωτική δικτατορία. Και κατά την τελευταία εικοσαετία αρκετοί συγγραφείς, ακολουθώντας τις λεγόμενες αντι-αποικιακές προσλήψεις, εστιάζουν στον Θόαντα ως αγωνιστή ενάντια στους εισβολείς και την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα ενώ οι Αμερικανίδες συνάδελφοί τους προσπαθούν να συνδέσουν την Ιφιγένεια με την προβληματική της ταυτότητας φύλου.

Παρακολουθούμε λοιπόν, πώς ένας αφηγηματικός μύθος επιβιώνει μεταλλασσόμενος, συνδιαλέγεται διαχρονικά με τις ιστορικές και πολιτικές εξελίξεις αλλά εξακολουθεί να θέτει εμφατικά το ζήτημα της σχέσης με τον εκάστοτε «άλλο».


Τον Φεβρουάριο του 1945 στην Κριμαία καθορίστηκε
η τύχη της Ευρώπης (Διάσκεψη της Γιάλτας)
Στην πραγματικότητα η ίδια η Κριμαία έχει αναδειχθεί διαχρονικά σε τόπο συνάντησης της θάλασσας με τη στεριά ή, ακόμα καλύτερα, με τη στέπα της ενδοχώρας. Και μπορεί αυτή η συνάντηση να μη στερείται συγκρούσεων και καταστροφών, την ίδια ώρα όμως αποβαίνει γόνιμη για όλα τα συναλλασσόμενα μέρη όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτιστικά : Είτε πρόκειται για την ένταξη των Σκυθών στο σύστημα των εμπορικών συναλλαγών του αρχαίου κόσμου, είτε για τη δημιουργία υβριδικών πολιτισμικών ταυτοτήτων, σαν αυτές που περιγράφει ο Δίων ο Χρυσόστομος, είτε για το διάρκειας αρκετών αιώνων Βασίλειο του Κιμμέριου Βοσπόρου, είτε για τους Χαζάρους του Σουντάκ, που μιλούν μια τουρκογενή γλώσσα αλλά ασπάζονται το ιουδαϊκό θρήσκευμα, είτε για τα πρώτα βήματα του εκχριστιανισμού της Ρωσίας του Κιέβου είτε τέλος για τη συνεργασία των γενοβέζικων και βενετσιάνικων εμπορικών πόλεων με το ταταρικό Χανάτο της Χρυσής Ορδής.
 
Όπως συνοψίζει εύστοχα ο Νηλ Άσερσον στο κλασσικό του έργο για τη Μαύρη Θάλασσα, διαχρονικά «η Κριμαία ανήκει σε όλους και σε κανένα».

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Η αρπαγή του νερού στην Ελλάδα



Ο όρος του τίτλου (στα αγγλικά water grabbing) χρησιμοποιείται διεθνώς για να ορίσει την κατάσταση, στην οποία ισχυροί παράγοντες, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, αποκτούν τον έλεγχο ή ανακατανέμουν τη χρήση υδάτινων πόρων για τους δικούς τους σκοπούς σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων, στα οποία έχει βασιστεί η ζωή τους. Πρόκειται για ένα πλανητικό πόλεμο με αποκορυφώματα την εκδίωξη πληθυσμών λόγω της κατασκευής μεγάλων φραγμάτων, την ιδιωτικοποίηση των αποθεμάτων του νερού και των δικτύων ύδρευσης, την υποβάθμιση και μόλυνση του νερού εξαιτίας βιομηχανικών, μεταλλευτικών και βιομηχανικής κλίμακας αγροτικών δραστηριοτήτων και τον έλεγχο των πηγών και των διασυνοριακών υδάτων για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους. Δεν είναι τυχαίο που η παγκόσμια κλιματική αλλαγή βιώνεται κατά κύριο λόγο είτε ως πλημμύρα είτε ως ξηρασία, συνδέεται δηλαδή άμεσα με τη διαταραχή του θαυμαστού υδρολογικού κύκλου της φύσης. Στη χώρα μας λίγο - πολύ όλα αυτά τα μέτωπα είναι ανοιχτά. Θα περιοριστώ σε μια, εκ των πραγμάτων άνιση, αναφορά με έμφαση στα λιγότερο συζητημένα.

Α. ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΣΙΜΟΥ ΝΕΡΟΥ (ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΥΔΡΕΥΣΗΣ & ΥΠΟΓΕΙΩΝ ΥΔΑΤΩΝ)
Κλιμακώνεται η στρατηγική της ιδιωτικοποίησης, με τη μέθοδο ΣΔΙΤ, των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης, της ΕΥΔΑΠ της Αθήνας και της ΕΥΑΘ της Θεσσαλονίκης, χωρίς προς το παρόν να γνωρίζουμε, σε ποιό βαθμό το «επενδυτικό ενδιαφέρον» θα επεκταθεί στα δημοτικά δίκτυα ύδρευσης των υπολοίπων μεγάλων πόλεων. Ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και η πλειοψηφία της ΕΥΑΘ έχουν μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ), το οποίο άνοιξε πρόσφατα τη διαδικασία αναζήτησης «στρατηγικού επενδυτή» για την πώλησή τους. Το θέμα προφανώς δεν έχει να κάνει με τα ποσοστά του ιδιώτη, ίσως ούτε καν κυρίως με τον έλεγχο του μάνατζμεντ όσο κυρίως με το μοίρασμα των πολλών παράπλευρων εργολαβιών. Πρόκειται ασφαλώς για το πιο κρίσιμο μέτωπο της περιόδου, που δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους και τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι, ας μην το ξεχνάμε, έδωσαν και ένα μεγάλο αγώνα πριν από 3 χρόνια με το δημοψήφισμα εναντίον της ιδιωτικοποίησης.
Ενώ όμως γι’ αυτές τις εξελίξεις μαθαίνουμε αναλυτικά, μια άλλη ιδιωτικοποίηση προχωράει «στα μουλωχτά». Είναι αυτή των φυσικών αποθεμάτων πόσιμου νερού, δηλ. των υπόγειων υδάτων, που παραχωρούνται αφειδώς στη βιομηχανία εμφιάλωσης. Τις τελευταίες δεκαετίες το εμφιαλωμένο νερό, από είδος πολυτελείας και καταναλωτική συνήθεια των εύπορων στρωμάτων, έχει μετατραπεί σε τρόπο ζωής για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Δεν είναι μόνο οι ακριβές διαφημιστικές καμπάνιες ή ο ρόλος του τουρισμού, δεν είναι ούτε καν μόνο η κακή διαχείριση και η απαξίωση των δημόσιων δικτύων. Η βασική αιτία της εξάπλωσης είναι το νομοθετικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα και το κόστος της πρώτης ύλης, που χρησιμοποιεί. Μέχρι σήμερα η μόνη ανταποδοτική υποχρέωση των βιομηχανιών εμφιάλωσης είναι η καταβολή ενός τέλους προς τον αντίστοιχο Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου γίνεται η γεώτρηση. Το ύψος αυτού του τέλους έχει παραμείνει επί δεκαετίες σταθερά ελάχιστο ενώ το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά έκανε ακόμα ένα «δωράκι» προς το ενδιαφερόμενο κεφάλαιο, θεσμοθετώντας τον υπολογισμό του τέλους όχι επί των αντλούμενων αλλά επί των πωλούμενων ποσοτήτων (ν. 4255/2014). Δηλαδή η άντληση για χορηγίες, δηλ. για διαφημιστική πολιτική, ή για «μαύρες πωλήσεις» είναι εντελώς δωρεάν ενώ το τέλος για τις «κανονικές» πωλήσεις παραμένει ασήμαντο.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που οι ντόπιοι «βαρόνοι του νερού»
   - αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο της ελληνικής αγοράς, έχουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα και παρουσιάζουν διαρκώς και νέα προϊόντα, μπύρες, κόλες κλπ.
  - ακολουθούν μια επιθετική πολιτική αύξησης των αντλούμενων ποσοτήτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κίνδυνοι για την επάρκεια του φυσικού πόρου για τα δημόσια δίκτυα και την κατοχύρωσή του για τις επόμενες γενιές
   - μέσω των χορηγιών εξασφαλίζουν ευρεία κοινωνική συναίνεση ενώ διατηρούν σχέσεις στοργής με το πολιτικό σύστημα, το κεντρικό και το εκάστοτε τοπικό.
Είναι προφανές ότι απαιτείται η αντιστροφή αυτής της πορείας. Και εκτός από την αλλαγή του ν. 4255/2014, που μέχρι στιγμής δεν τον έχει «πειράξει» η κυβέρνηση Τσίπρα παρά τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια πολιτική «επιστροφής» στο νερό της βρύσης με δωρεάν πρόσβαση στο πόσιμο νερό για τους πολίτες τόσο με καταψύκτες στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και με βρύσες στους κοινόχρηστους χώρους (πλατείες, παιδικές χαρές κλπ.), σε συνδυασμό βεβαίως με στρατηγικές εξοικονόμησης του νερού, περιορισμού της σπατάλης και διαμόρφωσης «υδατικής» συνείδησης στους πολίτες».

Β. ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ

Η υποβάθμισή τους από τη χρήση τους ως αποδεκτών αποβλήτων κάθε είδους περιλαμβάνει πολλά παραδείγματα. Το κλασικό για τα βιομηχανικά απόβλητα είναι ασφαλώς η ρύπανση του Ασωπού, που, εκτός από περιβαλλοντικά προβλήματα, έχει προκαλέσει και ασθένειες και θανάτους, δηλ. σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος στην υγεία. Ο Ασωπός έχει την ατυχία να διαρρέει τη βιομηχανική περιοχή της Θήβας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 εταιρίες, βρέθηκαν να τον επιβαρύνουν με εξασθενές χρώμιο και μόλυβδο. Η εντατική αγροτική εκμετάλλευση έχει καταστρέψει τον Πηνειό ενώ οι εξορύξεις της Χαλκιδικής επιφυλάσσουν την ίδια μοίρα στα νερά της περιοχής.


Ωστόσο θα αφιερώσω το πιο μεγάλο μέρος του κειμένου στα σχέδια εντατικής εκμετάλλευσης, κυρίως υδροηλεκτρικής, με την κατασκευή φραγμάτων και τις εκτροπές, που διακόπτουν τον φυσικό κύκλο του νερού και προκαλούν σοβαρές και ανεπίστρεπτες αρνητικές συνέπειες. Ο βασικός μύθος της τεχνοκρατικής ιδεολογίας είναι ο αφορισμός ότι το νερό των ποταμών χύνεται «αναξιοποίητο» στη θάλασσα και επομένως πρέπει να «αξιοποιηθεί». Όμως η επιστήμη μας λέει ότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο το νερό αλλά και η ζωή που κουβαλάει μαζί του, το απόθεμα της βιοποικιλότητας, οικοσυστήματα και οργανισμοί, χλωρίδα και πανίδα, τοπία και ανθρώπινες συνήθειες αιώνων. «Τα ποτάμια είναι οι ταχυδρόμοι των βουνών», όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Δάλλας. Συνεπώς ένα πρώτο κρίσιμο ζήτημα είναι να ξεπεράσουμε την αντίληψη του «ποταμιού – καναλιού» και να προσανατολίσουμε την άσκηση των όποιων οικονομικών δραστηριοτήτων στο σεβασμό της φυσικής ροής τους ως τμήματος του υδατικού κύκλου.
 
      Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περίπου 170 φράγματα με ύψος μεγαλύτερο από 15 μέτρα, που αποτελεί το όριο μεταξύ μικρών και μεγάλων φραγμάτων, σύμφωνα με το οικολογικό κίνημα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το κριτήριο αυτής της διάκρισης δεν είναι το ύψος του φράγματος αλλά η ισχύς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, που στην Ελλάδα είναι 15 MW, αν και πριν από 20 χρόνια ήταν 5, ενώ στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. είναι 8 MW. Από αυτά τα 15 έχουν ύψος πάνω από 70 μέτρα και, αν εξαιρέσουμε τα φράγματα του Μόρνου και του Εύηνου, που έχουν θυσιαστεί για την υδροδότηση της Αθήνας, είναι υδροηλεκτρικά. Τα 2 είναι στο Νέστο (του Θησαυρού με 172 μ. είναι το ψηλότερο στην Ελλάδα), 3 στον Αλιάκμονα, 4 στον Αχελώο και τους παραποτάμους του (των Κρεμαστών είναι το μεγαλύτερο σε έκταση με 80 χιλιάδες στρέμματα), και 5ο το ημιτελές της Μεσοχώρας, 1 στον Άραχθο, 1 στις πηγές του Αώου και 1 στο Σμόκοβο, σε παραπόταμο του Πηνειού.  

Οι αρνητικές συνέπειες των μεγάλων φραγμάτων έχουν τεκμηριωθεί από τη διεθνή επιστημονική έρευνα :
-  καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα
-  κατακρατούν τη λάσπη με τα οργανικά συστατικά (διότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο νερό αλλά και οργανικό φορτίο), υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού για τη γεωργία, χαμηλώνουν τους υδροφόρους ορίζοντες και αλατώνουν τα εδάφη στις εκβολές
-  αλλάζουν το κλίμα, αυξάνουν την υγρασία και εκλύουν μεθάνιο από την παγιδευμένη βλάστηση, που συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (το 1,3 % της παγκόσμιας συμβολής)
-  καταστρέφουν ποτάμια τοπία, ανθρώπινους οικισμούς και μνήμες
-  εγκυμονούν διαρκείς κινδύνους κατολισθήσεων και πλημμυρών
-  απαιτούν ένα μεγάλο κόστος μετεγκατάστασης πληθυσμών και κυρίως διαχείρισης των κινδύνων, το οποίο βέβαια δεν πληρώνουν οι κατασκευαστές αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συνέπειες ισχύουν ανεξάρτητα από τη μορφή της ιδιοκτησίας τους, ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών τους είναι ότι τα υδροηλεκτρικά φράγματα της ΔΕΗ βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι βεβαίως «μέχρι πότε», καθώς η πώληση μονάδων της ΔΕΗ αναμένεται, αργά ή γρήγορα, να επεκταθεί και σ’ αυτά, κάτι που ήδη επιχείρησε το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά με το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ». Συνεπώς ο πολιτικός στόχος ενάντια σε νέα φράγματα συνδέεται με την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παλιών, που θα είναι σ’ αυτή την περίπτωση τριπλή (νερού, ενέργειας και δημόσιας γης γύρω από τους ταμιευτήρες).
Το κύριο μέτωπο της περιόδου βρίσκεται ασφαλώς στον Αχελώο και στον αγώνα ενάντια στην ολοκλήρωση του φράγματος της Μεσοχώρας, το οποίο, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται από κυβερνητικά στελέχη και τεχνικά λόμπυ ως «αυτόνομο» ΥΗ, στην πραγματικότητα αποτελεί, κατ’ εφαρμογή της πάντα αποτελεσματικής μεθόδου της «σαλαμοποίησης», το πρώτο βήμα για την εκτροπή μεγάλου μέρους του υδάτινου δυναμικού του ποταμού στη Θεσσαλία. Η έκβαση της μάχης θα κριθεί από την ικανότητα πανελλαδικής κινητοποίησης αλλά και διάψευσης του μύθου του «ολοκληρωμένου» έργου (στην πραγματικότητα απαιτεί ακόμη 140 εκ. ευρώ).   
Δεν στερούνται πάντως σημασίας οι εξελίξεις που αφορούν τον Αώο, τον μοναδικό ποταμό που «εξάγει» η Ελλάδα και ταυτόχρονα τον τελευταίο μεγάλο ποταμό της Ευρώπης που ρέει ανεμπόδιστα προς τη θάλασσα (αν εξαιρέσουμε βεβαίως το φράγμα της ΔΕΗ στις πηγές του). Τα ελληνικά σχέδια προβλέπουν τη μερική εκτροπή του προς την Παμβώτιδα λίμνη των Ιωαννίνων ενώ τα χειρότερα αλβανικά ούτε λίγο ούτε πολύ 8 υδροηλεκτρικά φράγματα κατά μήκος του. Στην έκκληση εκατοντάδων επιστημόνων να αποτραπεί η καταστροφή, η κυβέρνηση Ράμα απάντησε ότι "μια αναπτυσσόμενη χώρα δεν μπορεί να μείνει μουσείο". Η αναπτυξιολαγνική χυδαιότητα είναι η ίδια παντού !
Το αντι-φραγματικό κίνημα πάντως έχει πλούσιο παρελθόν στην Ελλάδα. Εκτός από τον Αχελώο, μνημονεύω και τον 10χρονο νικηφόρο αγώνα στον Άραχθο, που απέτρεψε την κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου, έδωσε αυτοπεποίθηση στους κατοίκους και ενέπνευσε πολλές μικρότερες κινήσεις στην περιοχή.

Γ     Γ. ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΥΓΡΟΤΟΠΩΝ

Το τρίτο μεγάλο μέτωπο αφορά τους υγροτόπους και κυρίως τις ελληνικές λίμνες, οι οποίες, αφού επιβίωσαν για χιλιάδες χρόνια όχι μόνο διατηρώντας τη βιοποικιλότητα και δημιουργώντας μοναδικά τοπία αλλά και διατρέφοντάς τους ανθρώπους όποτε χρειάστηκε (λ.χ. στην πείνα της Γερμανικής Κατοχής), θυσιάζονται με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία 60 στις εκάστοτε ανάγκες του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου και κυρίως :  
-  για την αύξηση της αγροτικής γης (πχ η αποξήρανση της Κάρλας, της Αγουλινίτσας, της μισής Αμβρακίας, της Λαψίστας κλπ) και την επέκταση των αρδευτικών δικτύων
-  για την αποχέτευση αστικών λυμάτων και πάσης φύσεως αγροτικών αποβλήτων (το κλασικό παράδειγμα είναι ο τοξικός βάλτος της Κορώνειας αλλά και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αργοπεθαίνουν)
-  και τα τελευταία χρόνια, που χρειάζεται γη για οικοπεδοποίηση, δηλαδή για παραγωγή υπεραξίας, για τουριστική ανάπτυξη (ο μεγάλος κίνδυνος αφορά τα υγρολίβαδα γύρω από τις λίμνες, τις πιο κρίσιμες δηλ. εκτάσεις για την οικολογική τους ισορροπία, που συρρικνώνονται με διοικητικές πράξεις και καταπατήσεις
Σταθερά υποβαθμισμένη είναι και η κατάσταση των 10 παράκτιων υγροτόπων διεθνούς σημασίας, οι οποίοι υποτίθεται ότι προστατεύονται από τη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ
Όπως μας υπενθυμίζει η Βαντάνα Σίβα, το νερό, που αποτελεί το 70 % του πλανήτη αλλά και του σώματός μας, έχει τα δικά του δικαιώματα – να ρέει ελεύθερα και χωρίς ρύπανση και να ανανεώνεται μέσω του υδρολογικού κύκλου. Υπό αυτή την έννοια, το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό είναι τμήμα των δικαιωμάτων της φύσης και ο αγώνας για την προστασία του υδρολογικού κύκλου είναι ταυτόχρονα και για το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό.
 
Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Βαβυλωνία" (Μάϊος 2017)