Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Ένα προσωπικό ταξίδι στη 17 Νοέμβρη


Η δημόσια συζήτηση των ημερών για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου επεκτείνεται και στην πολιτική αποτίμηση των επετείων του τα επόμενα χρόνια, των «εξεγερτικών Νοέμβρηδων της μεταπολίτευσης», όπως είναι και ο τίτλος μιας σχετικής εκδήλωσης. Και κατά την άποψή μου όχι άδικα, γιατί στην επέτειο αυτή συμπυκνώνονταν τα πολιτικά αιτήματα και οι αγώνες κάθε περιόδου. Όλοι/ες, όσοι/ες μπήκαμε από τα χρόνια εκείνα στην περιπέτεια της πολιτικής, κουβαλάμε έντονα βιώματα από τα πυκνά γεγονότα της εκάστοτε επετείου.
Θα προσπαθήσω λοιπόν να καταγράψω τις δικές μου αναμνήσεις από τους πιο σημαντικούς σταθμούς αυτής της «ξεχωριστής μέρας». Όπως συμβαίνει πάντα στις ατομικές ιστορίες, μαζί με την αποτύπωση των γεγονότων και του κλίματος της εποχής συνυπάρχουν και κάποιες προσωπικές πινελιές.
1973, Γιάννενα : Στο σπίτι ακούμε BBC και διαβάζουμε «Βήμα». Στο σχολείο κάποιος συμμαθητής τολμάει να κάνει έναν υπαινιγμό για «λαοκρατία» και ο θεολόγος του τμήματος τον ανακαλεί στην τάξη και μας πληροφορεί ότι οι φοιτητές συγκεντρώνονται για να «κάνουν και κανα παιδάκι».
1975-76, Γιάννενα : Εκτός από τις καθιερωμένες απογευματινές πανγιαννιώτικες, τα πρωινά γίνονται και ογκωδέστατες μαθητικές πορείες χιλιάδων ατόμων. Το 1976 η πορεία προετοιμάζεται από διασχολική συνέλευση 100 και πλέον ατόμων στην αίθουσα του Συλλόγου Φοιτητών (σήμερα στεγάζει τη Βιβλιοθήκη της πόλης), η οποία σφραγίζεται από σφοδρές συγκρούσεις για το πολιτικό πλαίσιο μεταξύ της ΚΝΕ και των μαοϊκών οργανώσεων και κυρίως της, ιδιαίτερα μαζικής στα Γιάννενα, «Ομάδας Μαθητών» της αλβανόφιλης ΣΑΚ. Στο σχολείο μας, τη Ζωσιμαία, ο Γυμνασιάρχης προσπαθεί να αποτρέψει την αποχώρηση των μαθητών για να πάρουν μέρος στην πορεία ενώ την ίδια ώρα στην αίθουσα τελετών τον πανηγυρικό λόγο για τη σημασία του Πολυτεχνείου εκφωνεί ο προαναφερθείς θεολόγος ! Στην πορεία τα μέλη της ΚΝΕ προσπαθούν να αποτρέψουν το σύνθημα «Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος» του Ρήγα με το επιχείρημα ότι είναι «πολιτικό» (!), κάτι που δεν συμβαίνει βέβαια με το δικό τους «Εμπρός για μια νέα Ελλάδα».
        1978, Αθήνα : Μετά από παρέμβαση στην εκδήλωση της Φοιτητικής Εστίας στα Ιλίσια συγκροτείται ένας πυρήνας για να πάρει μέρος στην πορεία με το μπλοκ της Επιτροπής Αλληλεγγύης στον κρατούμενο (και) τότε Γιάννη Σερίφη. Η ΚΝΕ, και κυρίως η ΕΣΑΚ, απαγορεύει την είσοδο του μπλοκ στο Πολυτεχνείο ενώ ακολουθεί και ξύλο στους γύρω δρόμους.
1979, Αθήνα : Η πορεία στην αμερικάνικη πρεσβεία απαγορεύεται και φτάνει, υπό καταρρακτώδη βροχή, μόνο μέχρι το Σύνταγμα. Κυκλοφορεί η εμβληματική προκήρυξη της Β’ Πανελλαδικής με τίτλο «ό,τι απόμεινε από το Πολυτεχνείο είναι τα συντρίμμια της γενιάς μας». Το ζήτημα όμως είναι ότι η πραγματικότητα την διαψεύδει, καθώς βρισκόμαστε σε μια θερμή περίοδο έξαρσης του φοιτητικού κινήματος, η οποία θα κορυφωθεί με τις καταλήψεις ενάντια στο νόμο 815 λίγο καιρό αργότερα.
1980, Αθήνα : Η ΕΦΕΕ αποφασίζει να σπάσει την απαγόρευση της πορείας προς την αμερικάνικη πρεσβεία αλλά την τελευταία στιγμή η πλειοψηφία ΚΚΕ-ΠΑΣΟΚ υπαναχωρεί. Στο ΔΣ του Συλλόγου Σπουδαστών Εργαστηριού Δημοσιογραφίας έχουμε επίσης αποφασίσει ομόφωνα να πάμε στην πρεσβεία και η παράταξή μας, η ΑΚΙΔΑ, υπερασπίζεται την υλοποίηση της απόφασης και απέχει από το έκτακτο ΔΣ για την ανάκλησή της. Η πορεία χωρίζεται εκ των πραγμάτων στα δύο και καθώς ανεβαίνουμε την οδό Σταδίου διάφοροι τύποι φεύγουν από το σώμα της και σπάνε βιτρίνες με καδρόνια. Βρίσκω τον Στέφανο και τη Νικολέτα, παιδιά τότε, και τους λέω καλύτερα να φύγουν γιατί «μυρίζει μπαρούτι». Στην αρχή της Βασιλίσσης Σοφίας βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή του μετώπου απέναντι στα ΜΑΤ, μπροστά από κάτι γεροντάκια του ΚΚΕ-ΜΛ, που τραγουδούν «πότε θα κάνει ξαστεριά». Δεχόμαστε την επίθεση, η οποία προκάλεσε και δύο θανάτους (Κουμή – Κανελλοπούλου). Το χτύπημα του κλομπ μουδιάζει τον κρόταφο και τον ώμο, το χειρότερο όμως είναι ότι χάνω το παπούτσι μου και επιστρέφω στο σπίτι μονοσάνταλος. Την επόμενη μέρα το βλέπω στο πρώτο πλάνο σε φωτογραφία των «Νέων» με τα αδέσποτα παπούτσια. Φυσικά στο Εργαστήρι είμαι ο ήρωας της ημέρας !
1982, τραίνο : Το πρωί κυκλοφορεί το τεύχος του εκδιδόμενου στην Αθήνα περιοδικού «Πολίτης της Ηπείρου», στο οποίο δημοσιεύω μια έρευνα για το αντιδικτατορικό κίνημα των Ιωαννίνων με τίτλο «Τα Γιάννενα απαντούν στη χούντα» και βασική πηγή τον Λαοκράτη Βάσση. Το κείμενο εκείνο γνώρισε τη δική του περιπέτεια, καθώς αργότερα αναπαράχθηκε αρκετές φορές, αποτέλεσε αφορμή συγκρούσεων για το ρόλο προσώπων και ακολουθήθηκε και από άλλα σχετικά κείμενα και βιβλία – συνήθως χωρίς την δεοντολογικά επιβαλλόμενη αναφορά. Το απόγευμα παίρνω το τραίνο για τη Θεσσαλονίκη.  
1984, Θεσσαλονίκη : Ζω την πιο συγκλονιστική στιγμή της στρατιωτικής μου θητείας, καθώς πορεύομαι ως πολίτης με στολή, μαζί με άλλους 15 συντρόφους, και με την πολύτιμη συμπαράσταση της Άντας και του Βασίλη στη διαδικασία της «παραλλαγής», στο μπλοκ των Επιτροπών Στρατιωτών Βόρειας Ελλάδας. Άλλοι 12 ένστολοι υπάρχουν στο μπλοκ της ΚΝΕ. Τα συναισθήματα είναι αδύνατο να περιγραφούν.
1985, Γιάννενα : Η ένστολη πορεία επαναλαμβάνεται αλλά οι συσχετισμοί είναι διαφορετικοί. Το ΚΚΕ έχει καμιά 30αριά φαντάρους, μαζί με τους οποίους πορεύεται ο επικεφαλής της δημοτικής του παράταξης και μελλοντικός Δήμαρχος της πόλης. Εγώ είμαι μια μοναχική φιγούρα στο μπλοκ του «χώρου», όπου όμως βρίσκω παλιούς καλούς φίλους. Μετά από λίγο καιρό μαθαίνω από κάποιον φίλο, που υπηρετούσε στα γραφεία της 8ης Μεραρχίας, ότι η αναφορά της στρατιωτικής Ασφάλειας έκανε λόγο και για «ένα σμηνία πίσω». Προφανώς ο χαφιές δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει πολιτικά τη διαφορά των μπλοκ και θεώρησε ότι πήγα στην πορεία καθυστερημένος !
1988-89, Γιάννενα : Οι πολιτικές εξελίξεις της περιόδου δίνουν τον τόνο. Την πρώτη χρονιά πορεύομαι με το ΚΚΕ εσ – ΑΑ με συνθήματα ενάντια στο ΠΑΣΟΚ και το σκάνδαλο Κοσκωτά και τη δεύτερη με τη βραχύβια, όπως αποδείχθηκε, «Αριστερή Πρωτοβουλία» και συνθήματα ενάντια στην συγκυβέρνηση (είναι το μεσοδιάστημα μεταξύ κυβέρνησης Τζαννετάκη και σχηματισμού της οικουμενικής Ζολώτα).
1992, Γιάννενα : Ετοιμάζω ένα ραδιοφωνικό αφιέρωμα στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων, στη διάρκεια του οποίου ο Πέτρος Ευθυμίου ανακοινώνει τον ξαφνικό θάνατο του αγωνιστή Νίκου Ράπτη, που είχε βασανιστεί και στην Ασφάλεια της χούντας. Πριν από δύο χρόνια το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τίμησε, επιτέλους, τον Νίκο Ράπτη με τη διοργάνωση ειδικής εκδήλωσης στη μνήμη του.
1997, Γιάννενα : Καθώς έχει ξεκινήσει η 15χρονη κινητοποίησή μας ενάντια στην κατασκευή του φράγματος Αγίου Νικολάου στον Άραχθο, προσπαθούμε να συγκροτήσουμε ένα οικολογικό μπλοκ. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν τα καταφέραμε τελικά.
2001, Γιάννενα : Πηγαίνω για πρώτη φορά την 4χρονη κόρη μου στην πορεία.
2002, Γιάννενα : Λίγο μετά από τις νομαρχιακές εκλογές αλλά και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ της Φλωρεντίας, η παράταξή μας «Κόκκινη – Πράσινη Παρέμβαση» κατεβάζει το δικό της μπλοκ. Φυσικά τραγουδάμε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» !
2004, Αθήνα :  Ασκώ το δικαίωμα του διήμερου του χωρισμένου μπαμπά και χαζεύουμε με τη Ζένια την πορεία, βαδίζοντας κατά μήκος της με την αντίθετη φορά. Στο ύψος του Χίλτον η ατμόσφαιρα αρχίζει να αγριεύει και αναγκαζόμαστε να φύγουμε για το σπίτι της στον Πειραιά μέσα από ένα απίστευτο κυκλοφοριακό κομφούζιο. Το ίδιο και στο Φάληρο, όπου η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου δίνει αγώνα στο Καραϊσκάκη.  
2007, Γιάννενα : Η Αθηνά επισκέπτεται για πρώτη φορά την πόλη και αγνοεί την προειδοποίησή μου «ποτέ χωρίς ομπρέλα στα Γιάννενα». Μετά από την πορεία στεγνώνουμε σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο.
2014, Γιάννενα : Φτάνω λίγο καθυστερημένος στο μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ και μου δίνουν τη ντουντούκα. Ύστερα από τα καθιερωμένα συνθήματα, μου έρχεται η έμπνευση για το «ΣΥΡΙΖΑ – PODEMOS Venceremos». Είναι η γέννηση ενός πανευρωπαϊκού συνθήματος, αναμφίβολα του πιο πετυχημένου δικού μου, με κριτήριο ασφαλώς την ευρηματικότητα και όχι τη δικαίωσή του.
2015, Γιάννενα : Καθυστερώ και πάλι και πληροφορούμαι εκ των υστέρων την αφαίρεση του πανώ του ΣΥΡΙΖΑ. Παρότι είναι νωπά τα γεγονότα, που σημάδεψαν την αποχώρησή μου από το κόμμα, εκφράζω τη διαφωνία μου στο facebook.
2016, Γιάννενα :  Για πρώτη φορά στην ιστορία της πορείας τα ΜΑΤ βρίσκονται παραταγμένα στην κεντρική πλατεία με την αιτιολογία ότι προστατεύουν το κτίριο της Περιφέρειας Ηπείρου από την αναγραφή συνθημάτων. Ακολουθούν ξυλοδαρμοί (έχω φωτογραφίσει το χτυπημένο χέρι της Άλεξ), προσαγωγές και συλλήψεις. Τιμώ την επέτειο στην Ασφάλεια, ασκώντας τα νομικά μου καθήκοντα υπεράσπισης συλληφθέντων.

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Παρατηρήσεις στα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών και Κινδύνων Πλημμύρας Ηπείρου


1.     ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΛΕΚΑΝΩΝ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ΠΟΤΑΜΩΝ

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία (ν. 3199/2003 άρθρο 6 και ΠΔ /2007, άρθρο 15), η διαδικασία της αναθεώρησης του Σχεδίου Διαχείρισης Λεκανών Απορροής γίνεται με την καθοριστική εμπλοκή του Περιφερειακού Συμβουλίου Υδάτων. Ειδικότερα το Συμβούλιο δημοσιοποιεί το Σχέδιο στο κοινό, ώστε αυτό να πληροφορηθεί το περιεχόμενό του και να συμμετάσχει στη δημόσια διαβούλευση, και στη συνέχεια γνωμοδοτεί πριν από την έγκρισή του. Επίσης συνεδριάζει υποχρεωτικά τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο και εκφράζει τη γνώμη του για κάθε θέμα προστασίας και διαχείρισης των υδάτων, που υποβάλλει σ’ αυτό ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (και κατά το πνεύμα της Οδηγίας 2000/60 θα έπρεπε να υποβάλλει όλα τα σχετικά θέματα, από άδειες χρήσης νερού μέχρι τεχνικά έργα, που επηρεάζουν υδάτινα σώματα, επιφανειακά ή υπόγεια).

Εκπροσωπώντας 30 περιβαλλοντικές οργανώσεις, πανελλαδικές και τοπικές, συμμετέχω στο Συμβούλιο Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης με χωρική αρμοδιότητα την Ήπειρο, το οποίο, αν και έχει συγκροτηθεί εδώ και 3 ½ χρόνια, ουδέποτε έχει συνεδριάσει μέχρι σήμερα. Το έλλειμμα δημοκρατίας και διαφάνειας είναι κάτι παραπάνω από φανερό. Η περιφρόνηση της νόμιμης διαδικασίας γίνεται μεγαλύτερη, αν ληφθεί υπόψη ότι το βασικό κείμενο της 1ης Αναθεώρησης του Σχεδίου Διαχείρισης, η 600 σελίδων Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, δεν ήταν προσβάσιμο στους ενδιαφερόμενους, καθώς ο σχετικός σύνδεσμος στη σελίδα της διαβούλευσης μέχρι και αυτή τη στιγμή δεν ανοίγει ! Επί ποίου κειμένου άραγε θα συζητήσουν και θα πληροφορηθούν οι πολίτες της Ηπείρου ? Η αδιαφάνεια αυτή αποκτά διαστάσεις σκανδάλου, αν αναλογιστεί κανείς ότι ανακάλυψα τυχαία την ΣΜΠΕ του υδατικού διαμερίσματος Ηπείρου, στην ιστοσελίδα της Περιφέρειας Θεσσαλίας (!!!), με ημερομηνία ανάρτησης 28 Σεπτεμβρίου, πράγμα που σημαίνει ότι έχει παραδοθεί τουλάχιστον πριν από 20 ημέρες από τους μελετητές.
 
Υπό τις συνθήκες αυτές θα δώσω κατ’ αρχήν έμφαση στην πολιτική εκτίμηση των κατευθύνσεων της ΣΜΠΕ. Σπεύδω πάντως από την αρχή να δηλώσω ότι, δεδομένης και της ένδειας στοιχείων και αρχείων, που μαστίζει αυτή τη χώρα, εκτιμώ το επίπεδο της εργασίας των μελετητών και συμφωνώ με πολλές από τις προτάσεις μέτρων εκ μέρους τους, ιδιαίτερα αυτές που αμφισβητούνται από εκπροσώπους του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου της περιοχής. Οφείλω όμως να επισημάνω ότι υιοθετούν τις μεθόδους υπεκφυγής, τις οποίες έχει επιλέξει η ελληνική Κυβέρνηση και η Ειδική Γραμματεία Υδάτων. Διότι ο πραγματικός στόχος δεν είναι η καθιέρωση ενός αξιόπιστου και συμμετοχικού συστήματος διαχείρισης των υδάτινων πόρων αλλά η αποφυγή του προβλήματος της «αιρεσιμότητας», της απειλής δηλαδή να διακοπούν οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις.
Ειδικότερα οι μέθοδοι αυτές είναι:
α) Η προσπάθεια για χρονική παράταση μέχρι το 2027 λόγω καθεστώτος «εξαίρεσης» (άρθρο 4 παρ. 4 της Οδηγίας). Υπενθυμίζω κατ’ αρχήν ότι από τα 106 επιφανειακά υδάτινα σώματα της Ηπείρου τα 32 (δηλαδή το 30 %) εμφανίζονται να μην έχουν πιάσει το στόχο της καλής οικολογικής ή/και χημικής κατάστασης ενώ στο 1ο Σχέδιο το ποσοστό αυτό ήταν 14 %. Και η Ελλάδα δεν δικαιούται να επικαλείται έλλειψη στοιχείων, γιατί έχει χρηματοδοτηθεί για να κάνει τις μετρήσεις αυτές. Η ΣΜΠΕ επισημαίνει ότι η έλλειψη πληροφόρησης ή τεχνικοί περιορισμοί μπορούσαν να γίνουν εύκολα δεκτοί ως λόγοι εξαίρεσης κατά την κατάρτιση των σχεδίων αλλά κατά την αναθεώρηση πρέπει πλέον να προτείνονται με μεγάλη φειδώ. Παρ’ όλα αυτά λίγο παρακάτω η ίδια επικαλείται κατά κόρον την αιτιολογία «έλλειψη πληροφοριών» για να ζητήσει για ΟΛΑ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ τα υδάτινα σώματα καθεστώς εξαίρεσης μέχρι το 2027. Όμως δεν είναι δυνατόν και τα 32, ακόμα και τα ρέματα λχ, να μη μπορούν να αποκατασταθούν μέχρι το 2021, που εκπνέει αυτή η διαχειριστική περίοδος. Ο στόχος είναι σαφής, το πολιτικό σύστημα, κεντρικό και τοπικό, να αποφύγει τις συγκρούσεις και τις ευθύνες του.
β) Η δεύτερη επιφύλαξη αφορά τα νέα έργα ή δραστηριότητες, τα οποία πλέον δεν περιλαμβάνονται ονομαστικά στο Σχέδιο αλλά μπορεί να συνιστούν τροποποιήσεις του  (βάσει του άρθρου 4 παρ. 7 της Οδηγίας). Η περιβόητη «νέα μεθοδολογία», που επεξεργάστηκε η Ειδική Γραμματεία Υδάτων, μπορεί να επιτρέψει την εκτέλεση νέων έργων με σοβαρές επιπτώσεις χωρίς δεσμεύσεις από το Σχέδιο Διαχείρισης. Και αυτή η πρόβλεψη εγκυμονεί κινδύνους ασυδοσίας του πολιτικού συστήματος. Υπενθυμίζω ότι στην Ήπειρο βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σχέδιο έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων από τις ενδιαφερόμενες μερίδες του κεφαλαίου, περί του οποίου ουδέν διαλαμβάνει το προσχέδιο διαβούλευσης - ούτε καν ένα προτεινόμενο μέτρο για μελέτη ελέγχου των επιπτώσεων αυτής της δραστηριότητας στα υπόγεια νερά.
γ) Η κατάχρηση του χαρακτηρισμού υδάτινων σωμάτων ως «ιδιαίτερα τροποποιημένων» (ΙΤΥΣ), τα οποία δεν απαιτούν εκπλήρωση του στόχου για «καλή οικολογική κατάσταση» αλλά του χαμηλότερου για «καλό οικολογικό δυναμικό». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λίμνη Παμβώτιδα, την οποία η Μελέτη αντιμετωπίζει ως ΙΤΥΣ. Δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για την ορθότητα του χαρακτηρισμού, αυτό που όμως είναι σίγουρο, είναι ότι για τις διαρκείς «τροποποιήσεις» της, όπως πρόσφατα η περιβόητη πίστα θαλάσσιου σκι, ευθύνεται το πολιτικό σύστημα της περιοχής, Αντί λοιπόν να μπει ψηλά ο πήχυς και να δεσμευτεί αυτό σε ψηλούς στόχους, του παρέχεται μια ευχέρεια εκπτώσεων και στο περιεχόμενο και κυρίως στο χρόνο, με την πρόβλεψη παράτασης μέχρι το 2027.
Πέραν αυτών δύο από τα προτεινόμενα μέτρα για την περιοχή των Ιωαννίνων και ειδικότερα 1. η μελέτη φέρουσας ικανότητας του ποταμού Λούρου στα πρώτα χιλιόμετρα της διαδρομής του για την εγκατάσταση ιχθυοτροφείων και 2. ο διοικητικός ορισμός της λίμνης Παμβώτιδας και της τάφρου Λαψίστας ως «ευαίσθητων αποδεκτών» λυμάτων, ο οποίος προτεινόταν και από το 1ο Διαχειριστικό Σχέδιο, είναι παραπάνω από απαραίτητα.
Επίδικο εξακολουθεί να αποτελεί η απαγόρευση νέων υδρογεωτρήσεων στο Λεκανοπέδιο Ιωαννίνων, η οποία προβλεπόταν στο 1ο Σχέδιο. Παρά το γεγονός ότι οι μελετητές έχουν μειώσει τη ζώνη της απαγόρευσης στο 1/3 της αρχικής έκτασης, ύστερα από τον διαχωρισμό των υδροφορέων Μιτσικελίου και Βελάς (που προσωπικά δεν είμαι σε θέση να τον αξιολογήσω γεωλογικά), η διάχυτη «αναπτυξιολογία» αδιαφορεί για κάποια συμπτώματα εξάντλησης και διεκδικεί την πλήρη άρση της απαγόρευσης ! Η διατήρηση ακόμη και αυτής της περιορισμένης απαγόρευσης είναι ζωτικής σημασίας και για τα αποθέματα και για τους πολίτες.
Θα ολοκληρώσω με την έννοια της «πλήρους ανάκτησης κόστους», από την οποία διαπνέεται η Οδηγία 2000/60 και νομοθετήθηκε πρόσφατα και στην Ελλάδα (ΚΥΑ 135275/22-05-2017). Η συγκεκριμένη ρύθμιση, εξαιρώντας ωστόσο την υδροηλεκτρική χρήση (!), προβλέπει ότι οι  πολίτες θα πληρώνουν το συνολικό κόστος του κάθε παρόχου υπηρεσιών ύδρευσης, ακόμη και τις επενδυτικές του αστοχίες, θα φορολογούνται δηλαδή εκ νέου και συνεχώς για τις υποδομές ύδρευσης. Αυτό οδηγεί και στην αύξηση της τιμολόγησης των υπηρεσιών ύδατος, δηλαδή ακυρώνει στην πράξη την απρόσκοπτη πρόσβαση όλων ανεξαιρέτως των πολιτών στο νερό και τον χαρακτήρα του ως φυσικού και κοινωνικού αγαθού, αλλά και σε αυταπάτες περί βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων. Το οικολογικό κίνημα σε όλη την Ευρώπη αμφισβητεί την εμπορευματοποίηση, στην οποία οδηγεί η «πλήρης ανάκτηση κόστους», και διεκδικεί την εξασφάλιση πόρων για μεγάλες υποδομές μέσα από τη γενική φορολογία.

2.     ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ ΛΑΠ

α)  Στο Σχέδιο Διαχείρισης προσδιορίζονται 10 ζώνες υψηλής επικινδυνότητας πλημμύρας στις πεδινές και επίπεδες περιοχές της Ηπείρου και ορθά, διότι εκεί εντοπίζονται οι κίνδυνοι μεγάλης κλίμακας. Ωστόσο ο προβληματισμός για την προστασία των πολιτιστικών μνημείων θα πρέπει να συμπεριλάβει και τα μνημεία του λαϊκού πολιτισμού στις ορεινές ζώνες και συγκεκριμένα τα πετρογέφυρα της Ηπείρου. Στην περιοχή μας εξακολουθούμε να θρηνούμε την πτώση της γέφυρας της Πλάκας, αν και δεν οφείλεται κυρίως στην πλημμύρα αλλά στην πλημμελή της συντήρηση. Με αφορμή όμως αυτό θα πρέπει να εξεταστεί η λήψη μέτρων στις περιοχές εγγύτητας των πέτρινων γεφυριών.
β) Πολλές φορές η όξυνση των πλημμυρικών φαινομένων δεν οφείλεται σε φυσικά αίτια αλλά στις τεχνικές επεμβάσεις και ιδιαίτερα σ’ αυτές που είναι μεγάλης κλίμακας. Η ένταση των πλημμυρών του 2010 στο νότιο τμήμα του Λεκανοπεδίου Ιωαννίνων έχει καταγγελθεί ότι οφείλεται σε παραλείψεις και αστοχίες κατά την κατασκευή είτε της Εγνατίας οδού είτε άλλων δρόμων είτε μεγάλων κτιριακών συγκροτημάτων (ΙΚΕΑ), που έχουν οδηγήσει σε απόφραξη καταβοθρών, οι οποίες λειτουργούσαν στην περιοχή. Είναι λοιπόν ζητούμενο ένα μοντέλο αποτίμησης και αυτών των κινδύνων.
γ) Το πιο σημαντικό επίδικο όμως είναι η σκοπούμενη «αντιπλημμυρική δράση» του υδροηλεκτρικού φράγματος Πουρναρίου. Η αξιωματική παραδοχή ότι τα υδροηλεκτρικά φράγματα παρέχουν ΚΑΙ αντιπλημμυρική προστασία καταρρίπτεται τόσο από την επιστημονική κριτική (ενδεικτικά https://www.internationalrivers.org/resources/before-the-deluge-coping-with-floods-in-a-changing-climate-3987), η οποία επισημαίνει ότι στην πραγματικότητα αυτά επιτείνουν το πρόβλημα, καθώς λειτουργούν ως μηχανισμοί μεταφοράς των πλημμυρικών φορτίων, όσο και από την εμπειρία με πλησιέστερη περίπτωση την ευθύνη των βουλγαρικών Υ/Η φραγμάτων για τις συχνές πλέον πλημμύρες του ποταμού Έβρου. Και τούτο οφείλεται στη διαφορά των σκοπών λειτουργίας, καθώς ένα αντιπλημμυρικό φράγμα απαιτεί διατήρηση του ταμιευτήρα στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο ενώ ένα υδροηλεκτρικό ακριβώς το αντίθετο, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η παραγωγή ενέργειας σε περιόδους αιχμής.
Φράγματα & πλημμύρες (Vajont Β. Ιταλία 1963 - 2.000 νεκροί)
Δεν υιοθετώ απαραίτητα τις αιτιάσεις του Δήμου Αρταίων ότι οι μεγάλες πλημμύρες του 2015 στην πεδιάδα της Άρτας οφείλονται και στην καθυστερημένη αντίδραση των υπευθύνων λειτουργίας του φράγματος Πουρναρίου. Υφίσταται όμως μια πραγματική σύγκρουση χρήσεων με αντικείμενο το ύψος της στάθμης λειτουργίας του ταμιευτήρα και η ΔΕΗ εμφανίζεται απρόθυμη να συνηγορήσει στη μείωσή του. Και αν υπό το καθεστώς της ΔΕΗ υφίσταται ένας υποτυπώδης δημόσιος έλεγχος, στην πολύ πιθανή περίπτωση ιδιωτικοποίησης του Πουρναρίου η διακύμανση της στάθμης του θα εξαρτάται από την επιδίωξη του κέρδους με βάση την χρηματιστηριακή διακύμανση της τιμής της κιλοβατώρας σε ένα διασυνδεδεμένο σύστημα ενεργειακών ροών.
Συνεπώς, η ανάγκη διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας οφείλει να υπερβεί τις αξιωματικές παραδοχές και τα τεχνοκρατικά όρια και να συμπεριλάβει απαραίτητα δύο πολιτικούς στόχους 1. Τη θεσμοθέτηση οργάνων κοινωνικής διαχείρισης και ελέγχου στα υπάρχοντα φράγματα και τη ρύθμιση των χρήσεων του νερού με την αποφασιστική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας και 2. Την αποφυγή στο μέλλον κατασκευής νέων μεγάλων υδροηλεκτρικών φραγμάτων, που διακόπτουν τον υδατικό κύκλο και προκαλούν πολλές καταστροφικές συνέπειες, όχι μόνο στον Άραχθο αλλά σε όλα τα ποτάμια. 

Γιάννενα, 19-20 Οκτωβρίου 2017

Γιάννης Παπαδημητρίου
Εκπρόσωπος Περιβαλλοντικών Οργανώσεων
στο Συμβούλιο Υδάτων Ηπείρου

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αριστερά μπροστά στην απόσχιση της Καταλονίας


Η αυταρχική εκτροπή της δεξιάς κυβέρνησης Ραχόϊ απέναντι στο δημοψήφισμα για την καταλανική ανεξαρτησία - μεταξύ των άλλων με ποινικές διώξεις, συλλήψεις, διαλύσεις συγκεντρώσεων, κατασχέσεις ψηφοδελτίων και εφημερίδων και ηλεκτρονικό μπλοκάρισμα -,  εκτός των άλλων, έχει προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στις δυνάμεις της Αριστεράς, και στην Ισπανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη, να στρέψουν τα πυρά τους εναντίον του Ισπανού Πρωθυπουργού και να ξεφύγουν από την αμηχανία της τοποθέτησης πάνω στην ουσία του δημοψηφίσματος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Podemos με την θέση τους «ναι σε συναινετικό δημοψήφισμα (κάτι ωστόσο που είχε αποκλείσει ο Ραχόϊ από την αρχή) - όχι στην απόσχιση της Καταλονίας», πράγμα που έχει προκαλέσει τη διαφοροποίηση του αδελφού κόμματος Podem στην Καταλονία.  
Σε μια ανάλογη περίπτωση στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στο ξεκίνημα δηλαδή της γιουγκοσλαβικής κρίσης και σε μια περίοδο έντονου προβληματισμού για το εθνικό ζήτημα, είχα παρακολουθήσει την ομιλία ενός στελέχους, τότε, του ΝΑΡ, ο οποίος δεν δίστασε να επαινέσει τη στάση αρχών της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η οποία, αν και πολωνικής καταγωγής η ίδια, είχε ταχθεί κατά της ανεξαρτησίας της Πολωνίας. Αν και ο ομιλητής απέφυγε να απαντήσει στην ενοχλητική παρατήρηση από το ακροατήριο «καλά, από όλο το έργο της Λούξεμπουργκ μόνο αυτό βρήκατε να δεχτείτε ; », είναι αλήθεια ότι η θέση της ακολουθεί με συνέπεια την παράδοση του Μαρξ και του Έγκελς, οι οποίοι ήταν αντίθετοι με την ανεξαρτησία των σλαβικών βαλκανικών χωρών αλλά και της Ελλάδας κυρίως για λόγους πολιτικής στρατηγικής, εκτιμώντας δηλαδή ότι η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα δώσει ευκαιρία παρέμβασης στην τσαρική Ρωσία, τον χωροφύλακα τότε της αντιδραστικής Ευρώπης.

       Ήταν ο Λένιν κυρίως, που έκανε τον κρίσιμο διαχωρισμό ανάμεσα σε κυρίαρχα και καταπιεσμένα έθνη και υποστήριξε, όπως από την άλλη πλευρά αλλά με τον ίδιο ζήλο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ουίλσον, την υπόθεση της εθνικής αυτοδιάθεσης έως και της απόσχισης από το κράτος προέλευσης. Ακόμη περισσότερο ειδικεύθηκαν στο θέμα οι εκπρόσωποι του ρεύματος του αυστρομαρξισμού ενώ και ο ίδιος ο Στάλιν, γράφοντας μάλλον το αξιοπρεπέστερο έργο της καριέρας του ως συγγραφέα, αντιμετώπισε θεωρητικά το εθνικό ζήτημα, αν και το βασικό του πρόβλημα ήταν, ποιες από τις 100 και πλέον εθνότητες της Σοβιετικής Ένωσης δικαιούνταν να αποκτήσουν το στάτους του έθνους. Έλυσε το πρόβλημα αυτό αργότερα με τον δικό του τρόπο, εξορίζοντας καμιά εικοσαριά «τιμωρημένους» λαούς, μεταξύ των οποίων και τους Έλληνες του Πόντου, στην Κεντρική Ασία.
 Ούτως ή άλλως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος συντέλεσε στην επικράτηση ενός «ομοσπονδιακού» πατριωτισμού (της σοβιετικής πατρίδας κυρίως αλλά και της παρτιζάνικης Γιουγκοσλαβίας) σε βάρος πιο καθαρά εθνικών ταυτοτήτων ενώ η παγίωση της ψυχροπολεμικής ισορροπίας στην Ευρώπη δρούσε ανασταλτικά στην ανάπτυξη αποσχιστικών κινημάτων σε Δύση και Ανατολή. Η κατάρρευση όμως του 1989, σε συνδυασμό με την αλλαγή των γερμανικών συνόρων, οδήγησε στη γρήγορη διάλυση των ομοσπονδιών του «υπαρκτού», είτε αναίμακτα (Τσεχοσλοβακία) είτε με προοδευτικά αυξανόμενες συγκρούσεις (ΕΣΣΔ), στη δε Γιουγκοσλαβία πολυαίμακτα από την αρχή, καθώς αμφισβητήθηκαν τα υπάρχοντα εσωτερικά σύνορα μεταξύ των ομοσπόνδων δημοκρατιών.
Την ίδια εποχή στη Δυτική Ευρώπη της εοκικής ευημερίας μια ανάλογη συζήτηση είχε μόνο θεωρητικό χαρακτήρα και βρισκόταν εκτός ημερήσιας διάταξης. Παρ’ όλα αυτά, ήδη από το 1994 ο Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ στο βιβλίο του «Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991» (εκδ. Θεμέλιο 1995), είχε προβλέψει ότι «ακόμα και χώρες, που έχουν σχετικά προβλέψιμο σύστημα διακυβέρνησης, όπως επί παραδείγματι ο Καναδάς, το Βέλγιο ή η Ισπανία, η διατήρησή τους ως ενιαία κράτη στα επόμενα δέκα με δέκα πέντε χρόνια δεν πρέπει να θεωρείται ως βέβαιη και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρείται και ως βέβαιη και η φύση των πιθανών καθεστώτων που θα προκύψουν, αν προκύψουν». Αν και ο Χομπσμπάουμ δεν είχε συμπεριλάβει τη δική του χώρα στον κατάλογο, οι ραγδαίες εξελίξεις της τελευταίας πενταετίας, κυρίως το σκωτσέζικο και το καταλανικό δημοψήφισμα, τον έχουν επιβεβαιώσει απόλυτα.
        Πέραν των αντιδράσεων στο υπό «διαμελισμό» εθνικό κράτος, είναι κάθε φορά δεδομένη η επιφυλακτική έως απόλυτα εχθρική στάση του διεθνούς συστήματος απέναντι σε κάθε αλλαγή του status quo. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι χαρακτηριστική η προειδοποίηση του εκπροσώπου της Κομισιόν Μ. Σχινά ότι μια ανεξάρτητη Καταλονία θα βρεθεί εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα πρέπει να κάνει αίτηση ένταξης σ’ αυτή. Και η Αριστερά επίσης είναι, διεθνώς, κατά κανόνα επιφυλακτική.

Εκεί όμως που τρελαίνεσαι εντελώς, είναι η στάση της ελληνικής Αριστεράς ή, σωστότερα, του πλειοψηφικού της κομματιού. Δεν πρόκειται μόνο για τον συνήθη οπορτουνισμό, ο οποίος εν προκειμένω αποτυπώνεται στη γραμμή «εναντίον μεν των αποσχίσεων, επειδή τις υποθάλπει ο διεθνής ιμπεριαλισμός, εξαιρουμένων όμως όσων αποτελούν «συμφέρουσα» γεωπολιτική εξέλιξη, όπως λ.χ. η ξαφνική (το επίθετο έχει την αυτονόητη σημασία του) «αυτοδιάθεση» της Κριμαίας υπό την επίβλεψη του ρωσικού στρατού». Κυρίως είναι η ιδεολογική της ένδεια στην κατανόηση των εξελίξεων και η καταφυγή στα κλισέ. Ενώ στην ίδια τη Γιουγκοσλαβία λ.χ. δεν υπάρχει σοβαρός αναλυτής, που να μη δέχεται την πρωταρχική ευθύνη των εθνικισμών και ιδιαίτερα των πιο επιθετικών, του σερβικού κατά πρώτο λόγο και του κροατικού κατά δεύτερο, η πλειοψηφούσα Αριστερά της χώρας μας προσχώρησε από την πρώτη στιγμή στην άποψη ότι την Γιουγκοσλαβία τη διαλύουν εξωτερικοί παράγοντες - κατά σειράν το τέταρτο Ράϊχ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ΗΠΑ του Κλίντον και οι ιμπεριαλιστές γενικά. Αφήνω την ευρέως διαδεδομένη συνωμοτική θεωρία ότι οι ΗΠΑ, η Ε.Ε. αλλά και το διεθνές κεφάλαιο, ο Σόρος κλπ. δεν παύουν να κατασκευάζουν «ανύπαρκτες» εθνότητες και να απεργάζονται συνωμοσίες εναντίον των «υπαρκτών».

Το ζήτημα είναι ότι η Καταλονία, όπως και οι άλλες δύο προωθημένες «αυτονομίες» του ισπανικού κράτους - η χώρα των Βάσκων και σε μικρότερο βαθμό η Γαλικία -, οι οποίες σημειωτέον μιλούν διαφορετικές γλώσσες από την επικρατούσα καστιλιάνικη, είναι κάθε άλλο παρά «ανύπαρκτη». Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος να εκθέσω αναλυτικά την άποψή μου για το εθνικό φαινόμενο, που ναι μεν είναι κατασκευή, συνδεδεμένη με την άνοδο της αστικής τάξης και τη δημιουργία κράτους αλλά βασίζεται στην ανάδειξη προϋπαρχόντων στοιχείων - και στον αποκλεισμό άλλων. Σε γενικές γραμμές όμως συμφωνώ με την άποψη των Χαρντ και Νέγκρι («Αυτοκρατορία» εκδ. Scripta 2002) ότι «ενώ στα χέρια των κυριάρχων (ομάδων) η έννοια του έθνους υπηρετεί τη στασιμότητα και την παλινόρθωση, στα χέρια των υποταγμένων γίνεται ένα όπλο αλλαγής και επανάστασης».

Η Καταλονία διαθέτει και έντονο παρελθόν αυτονομίας, ήδη από την εποχή του Καρλομάγνου, και μακραίωνη ναυτική παρουσία και επέκταση στη Μεσόγειο και ισχυρότατη αίσθηση εθνογλωσσικής ταυτότητας αλλά και οδυνηρά βιώματα εθνικής καταπίεσης από τους Βουρβόνους βασιλιάδες και κυρίως από τον Φράνκο. Η δε αφομοιωτική πολιτική του ισπανικού κράτους, ακόμα και μετά απ’ τον θάνατο του τελευταίου, έχει οδηγήσει στη σταδιακή εξαφάνιση της καταλανικής γλώσσας από περιοχές της Αραγωνίας και κυρίως της Βαλένθια. Η τακτική του Ραχόϊ από την άλλη μπορεί να αποσκοπούσε στο φόβο αλλά έχει προκαλέσει την οργή. Όπως μας βεβαιώνει μια από τις κορυφαίες μορφές των καταλανικών γραμμάτων, ο Μπαλταζάρ Πορσέλ, «ιστορικά η Καταλονία ταλαντεύεται ανάμεσα στο seny και τη rauxa, τη λογική και την παραφορά» («Μεσόγειος - ταραγμένα κύματα» εκδ. Πάπυρος 2012).
 
         Για κάποιον ωστόσο, που τάσσεται εναντίον των συνόρων και υπέρ μιας παγκόσμιας ΕΣΣΔ, που έλεγε και ο Άρης Αλεξάνδρου, το προβοκατόρικο ερώτημα παραμονεύει στη γωνία : «Είσαι τελικά υπέρ ενός εθνικισμού ; ». Το δίλημμα όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τίθεται έτσι αλλά ως επιλογή μεταξύ ενός κυρίαρχου και ενός καταπιεσμένου εθνικισμού. Και για όσους/ες δεν πείστηκαν από τη θεωρητική τους διάκριση λίγο παραπάνω, θα προσθέσω ότι και στην πράξη η πολιτική ατζέντα ακόμα και των δεξιών αυτονομιστών είναι, συγκυριακά έστω, πολύ πιο προοδευτική από εκείνη του κυρίαρχου κράτους. Επ’ αυτού ενδιαφέρουσα είναι η τοποθέτηση της επικεφαλής του Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος (SNP) Νίκολα Στάρτζεον, σε συζήτηση με την Τουρκάλα συγγραφέα Ελίφ Σαφάκ προ μηνός στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου, ότι ο προσδιορισμός «εθνικό» στον τίτλο του κόμματος οφείλεται μόνο στην παράδοσή του και η ίδια θα προτιμούσε να αλλάξει. Η θέση αρχής είναι πως μια ένωση λαών δεν μπορεί παρά να είναι εθελούσια. Από δε την άποψη της Αριστεράς, ακόμη πιο σημαντική είναι η στράτευση της συντριπτικής πλειοψηφίας των αριστερών δυνάμεων της Καταλονίας, από το ιστορικό σοσιαλδημοκρατικό ERC, που ιδρύθηκε το 1931, μέχρι τα αντικαπιταλιστικά CUP και Podem, αλλά και του συνόλου σχεδόν των κινημάτων μιας πλούσιας κοιτίδας στο στρατόπεδο της ανεξαρτησίας. Μνημονεύω ειδικά το οικολογικό κίνημα για την προστασία του ποταμού Έβρου, που στο παρελθόν έφτασε να κινητοποιεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων, από το εμμονικό σχέδιο όλων των δεξιών ισπανικών κυβερνήσεων για τη "μεταφορά" του νερού του στο νότο.

          Δεν υποστηρίζω ότι είναι εύκολο πράγμα η επεξεργασία μιας γενικής θεωρίας για το φαινόμενο της απόσχισης και της δημιουργίας χωριστού κράτους. Ακόμα οι εφαρμοστές του Διεθνούς Δικαίου, που δουλεύουν πολλά χρόνια πάνω στα κριτήρια εφαρμογής της αρχής της εθνικής αυτοδιάθεσης, πολύ συχνά πέφτουν σε μπελάδες. Θεωρώ όμως ότι η Αριστερά έχει στη διάθεσή της τα θεωρητικά εργαλεία, παλιά και σύγχρονα, όχι μόνο για να καταγγείλει το καθεστώς Ραχόϊ, όπως κάνουν οι διαδηλωτές σε πολλές ισπανικές πόλεις, αλλά και για να ταχθεί ανεπιφύλακτα στο πλευρό του καταλάνικου λαού και της ανεξαρτησίας. Και με τα λόγια του μεγάλου Παλαιστίνιου διανοητή Εντουάρντ Σαΐντ, σε ένα άλλο επίδικο : «Φυσικά και μάχομαι υπέρ μιας ανεξάρτητης Παλαιστίνης, ώστε να αναλάβω επιτέλους το ρόλο μου ως διανοούμενος, το ρόλο του κριτικού απέναντι στο έθνος - κράτος».

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Για το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου


Εισήγηση μετά από την θεατρική απόδοση του βιβλίου σε μονόλογο από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Φώτη Μακρή / Γιάννενα, 23-9-2017


Σπεύδω από την αρχή να πω ότι το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου, που θεωρείται ένα από τα εμβληματικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις και προσλήψεις, ανάλογα με την οπτική γωνία του κάθε αναγνώστη ή θεατή.
Αρχικά να πούμε ότι είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του, ελληνορωσικής καταγωγής, συγγραφέα και μεταφραστή Άρη Αλεξάνδρου, γράφτηκε στην Αθήνα και κυρίως στο Παρίσι από το 1966 μέχρι το 1972 και εκδόθηκε το 1974, ακριβώς στη Μεταπολίτευση, ενώ ο συγγραφέας του εξακολούθησε να ζει στο Παρίσι μέχρι το θάνατό του, το 1978. Επρόκειτο να εκδοθεί κατά τη διάρκεια της χούντας αλλά ο αρχικός εκδότης του, όντας αριστερός, δίστασε να προχωρήσει, φοβούμενος ότι το έργο είναι «αντικομμουνιστικό» και θα βοηθήσει το καθεστώς των συνταγματαρχών.                  
Θα σας πω τη δική μου ανάγνωση αυτής της οιονεί ανακριτικής απολογίας /εξομολόγησης, που γίνεται ενώπιον του αναγνωστικού (και του θεατρικού) κοινού και εκτείνεται στο σύνολο του έργου.              
Πρώτα-πρώτα δεν πρέπει να παγιδευτούμε από την ιστορική αληθοφάνεια της περιγραφής της τελευταίας περιόδου του ελληνικού Εμφυλίου. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξάλλου μας κλείνει το μάτι και μας προειδοποιεί : και οι ημερομηνίες είναι πειραγμένες (λ.χ. ενώ ο Εμφύλιος τέλειωσε τον Αύγουστο του 1949, η μεταφορά του άδειου τελικά κιβωτίου και η σύλληψη του ήρωα κρατάει μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου) και άλλα πραγματολογικά στοιχεία είναι ανακριβή. Δεν πρέπει δηλαδή να θεωρήσουμε ότι ο συγγραφέας αφηγείται αληθινά περιστατικά και ότι τέτοια πράγματα συνέβαιναν στ’ αλήθεια.        
Παρ’ όλα αυτά κάποιοι παγιδεύτηκαν ! Ο πιο έγκυρος μελετητής της ζωής και του λογοτεχνικού έργου του Άρη Αλεξάνδρου και καλός του φίλος, ο κριτικός Δημήτρης Ραυτόπουλος, έχει παραθέσει 3 τουλάχιστον περιπτώσεις (στο «Athens Review of books», τεύχος 12, Νοέμβριος 2010), στις οποίες το έργο διαβάστηκε ως ιστορική μαρτυρία :
- στην πρώτη ένας αγανακτισμένος φοιτητής της Φιλοσοφικής όρμησε στο γραφείο του Ραυτόπουλου και αποκάλεσε το μυθιστόρημα «συνειδητή παραχάραξη της Ιστορίας»
- στη δεύτερη κάποιος ομιλητής σε «παρουσίαση βιβλίου» υποστήριξε ότι το κιβώτιο υπήρξε πράγματι και μάλιστα δεν ήταν άδειο αλλά περιείχε μια ακριβή γούνα - δώρο του Ζαχαριάδη από την Καστοριά σε μια ερωμένη του ονόματι Ρούλα
- και στην τρίτη περίπτωση, όταν κυκλοφόρησε η μετάφρασή του στα γαλλικά, ένας Γάλλος κριτικός παρουσίασε το βιβλίο ως ένα επεισόδιο από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.
Η ψευδαίσθηση του ρεαλισμού δημιουργείται από την εμμονή του συγγραφέα στη λεπτομέρεια. Αυτή η ατέλειωτη παρέλαση από ημερομηνίες, τοπωνύμια, χάρτες και πρόσωπα μας μπάζει ταυτόχρονα σε μια καφκική ατμόσφαιρα κομματικής γραφειοκρατίας, ευθυνοφοβίας, γενικής καχυποψίας και πάνω απ’ όλα σιδερένιας και αλύπητης πειθαρχίας (για σκεφτείτε λίγο : όποιος σκοτώνεται, χάνεται εκτελώντας αποστολή / όποιος τραυματίζεται, κυανίζεται / όποιος προδίδει, εκτελείται), η οποία τελικά αποδεικνύεται χωρίς κανένα απολύτως νόημα.
Από την άλλη μεριά όμως, όταν ο ανακρινόμενος ήρωας ξεχνιέται, όταν ξεφεύγει από τον λαβύρινθο της αποστολής και αρχίζει να αφηγείται τη στρατευμένη στο κόμμα ζωή του, συνειδητοποιεί βαθμιαία ότι το οικοδόμημα, πάνω στο οποίο στήριξε όλη τη συναισθηματική του ασφάλεια και το νόημα της ζωής του, είναι διαβρωμένο και σαθρό. Εδώ πλέον πρόκειται για ένα άλλο κιβώτιο, αυτό της επαναστατικής ουτοπίας. Είναι τελικά κι’ αυτό άδειο ή όχι ; Εδώ κι’ αν η απάντηση εξαρτάται από την οπτική γωνία του καθένα. Ο ήρωας του βιβλίου πάντως στέκει στο τέλος αμήχανος χωρίς απάντηση.                                                                       
Το ερώτημα όμως, που ταλαιπώρησε τον αρχικό εκδότη του, παραμένει : Είναι «το κιβώτιο» αντικομμουνιστική λογοτεχνία ή όχι ;
Για να βοηθηθούμε στην απάντηση, ίσως θα πρέπει να ερευνήσουμε την ίδια τη ζωή του Άρη Αλεξάνδρου. Όντας μέλος του ΚΚΕ, αποχωρεί απ’ αυτό το 1942 όταν διαγράφονται 3 φίλοι του, που στολίζονται μάλιστα με τον χαρακτηρισμό «προδοτικό τρίο». Η προδοσία τους συνίστατο στην άποψη ότι το κόμμα έπρεπε να πει καθαρά ότι ήθελε κομμουνισμό στην Ελλάδα μετά από τον πόλεμο. Παρ' όλα αυτά ο Αλεξάνδρου συνεχίζει να συμμετέχει στην αντιστασιακή δράση της Αριστεράς, εξορίζεται από τους Άγγλους και κρατείται στο στρατόπεδο του Ελ Ντάμπα στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, στη συνέχεια δέχεται τη φιλοξενία των στρατοπέδων του Μούδρου, της Μακρονήσου και του Αϊ Στράτη και τέλος καταδικάζεται για ανυποταξία, επειδή δεν δέχτηκε να καταταγεί και να πολεμήσει στον κυβερνητικό στρατό, μένοντας άλλα 7 χρόνια στη φυλακή.
Τους δεσμούς του με την Αριστερά τους κόβει οριστικά το 1951 στη Μακρόνησο, όταν αγανακτεί σε μια συνεδρίαση εξόριστων λογοτεχνών και διανοουμένων, όπου ο καθοδηγητής εισηγείται το δόγμα Ζντάνοφ, σύμφωνα με το οποίο η λογοτεχνία, που δεν υπηρετεί την κομματική γραμμή, είναι αντιδραστική και καταδικαστέα. Φυσικά αυτό του στοιχίζει ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση και περιθωριοποίηση στους κύκλους των εξορίστων.                                 
Έχουμε λοιπόν μπροστά μας έναν άνθρωπο, που εγκαταλείπει το Κόμμα και βαθμιαία αυτό που τότε θεωρούνταν ως «αριστερές ιδέες». Την ίδια ώρα όμως όχι μόνο δεν πάει στην αντίπαλη πλευρά αλλά δέχεται τους διωγμούς ως αριστερός ! Έχουμε μπροστά μας έναν άνθρωπο με υψηλές ηθικές αρχές, που συνοψίζονται στην προσωπική ευθύνη του καθένα για τις επιλογές, μικρές και μεγάλες, που καλείται να κάνει στη ζωή του. Είναι μια μοναχική φιγούρα, που απορρίπτει την προσωπική καταστολή στο όνομα του σοσιαλιστικού οράματος -και μάλιστα αυτό συμβαίνει πολύ πριν αναπτυχθεί η προβληματική των ατομικών δικαιωμάτων, που επηρέασε ένα σημαντικό κομμάτι της Αριστεράς-, που ασκεί δριμεία κριτική στην πρακτική της επανάστασης αλλά παρ’ όλα αυτά δεν αποκαθηλώνει την έννοιά της.                                                 
Ο 20ος αιώνας και κυρίως η περίοδος του σταλινισμού, και στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο η ήττα του εμφυλίου, παρήγαγε ένα συγκεκριμένο ανθρωπολογικό τύπο «στρατευμένου» κομμουνιστή, που αφιερώνει τη ζωή του στο κόμμα, υφίσταται πολλές στερήσεις και διώξεις και ζει συχνά στην παρανομία, αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει συνωμοτικά αντανακλαστικά και χαμαιλεοντικούς μηχανισμούς, χάνει την κριτική του ικανότητα και μαθαίνει να υποτάσσει κάθε έκφραση ατομικότητας στις κομματικές εντολές και στον υπέρτατο σκοπό. Το ζήτημα είναι ότι οι μηχανισμοί της «επαναστατικής» εξουσίας τις περισσότερες φορές έχουν χάσει κάθε επαφή μ’ αυτόν. Στο βιβλίο υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές σ’ αυτή, την επίσης καφκικού χαρακτήρα, κομμουνιστική στρέβλωση : «Ο ταγματάρχης μας είπε ότι οι εκκαθαρίσεις όχι μόνο δεν εξασθενούν το κόμμα μα απεναντίας το δυναμώνουν», «οι ιστορικές αποφάσεις της Ολομέλειας της 29ης Αυγούστου μπορεί να ανατράπηκαν από μια άλλη εξίσου ιστορική Ολομέλεια», «δεν ανέφερα στο βιογραφικό τους καλύτερους φίλους μου, γιατί τα ονόματά τους είναι στενά δεμένα με υποψίες», «μπορεί το ίδιο το Γενικό Αρχηγείο να μας είχε στείλει εν γνώσει του στην αποτυχία και στο θάνατο».
Με την Καίτη Δρόσου στο Παρίσι
Απέναντι σ’ αυτή την στρέβλωση, ο Αλεξάνδρου, όπως έκανε εξάλλου και στην πράξη, πιστεύει στην ευθύνη της ατομικής επιλογής. Αυτό το νόημα έχει και η μικρή αναφορά στον Οιδίποδα στο τέλος του βιβλίου. Ο Οιδίποδας γνώριζε ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη μοίρα του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχε ελευθερία επιλογής. Θα μπορούσε να αυτοκτονήσει !                     
Τελειώνοντας, πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να σας διαβάσω μια επιστολή, που ο Αλεξάνδρου έστειλε το 1974 και δημοσιεύθηκε στα «Νέα» το 1978, πιθανότατα με την ευκαιρία του θανάτου του. Εγώ την αλίευσα αναδημοσιευμένη σε κείμενο του Στρατή Μπουρνάζου για την εφημερίδα «Εποχή» (φύλλο 522, 19-3-2000).                  
Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στον φίλο του Χρ. Θεοδωρόπουλο «Το ότι υπήρξα αρνητής της αριστεράς είναι απολύτως σωστό. Πρόκειται όμως και πάλι για μισή αλήθεια : υπήρξα και εξακολουθώ να είμαι, ταυτόχρονα, αρνητής της δεξιάς. Διότι απλούστατα πήρα το 1950 την απόφαση της μοναξιάς. Μα δεν διάβασες λοιπόν ούτε τα ποιήματά μου ή τα διάβασες και δεν κατάλαβες τίποτα ; … Είμαι μόνος. Δεν δέχομαι κανέναν για καθοδηγητή μου και πείθομαι στα ένδον ρήματα, δηλαδή στη δική μου και μόνον λογική..                 
Είμουνα, λοιπόν, κομμουνιστής και μάλιστα από τα εννιά μου χρόνια κι ούτε με παρέσυρε κανείς κι ούτε με οργάνωσε τότε, μα τάχτηκα μονάχος μου υπέρ των φτωχών και των αδικημένων και εναντίον των πλουσίων και είμουνα τότε, χωρίς να το ξέρω, πραγματικός χριστιανός και τάχτηκα χωρίς να το ξέρω με το μέρος του Χριστού, που είχε διώξει τους εμπόρους από τον Ναό. Μόνος μου το αποφάσισα τότε, «θεόπνευστη» ήταν η απόφασή μου, σύμφωνα με τη δική σου ορολογία και δεν έκανα διάκριση ανάμεσα σε φτωχούς Έλληνες και φτωχούς ξένους – ίσως γιατί είμουνα και γω ένας ξένος στην Ελλάδα – και είμουνα και τότε και παραμένω αντιρατσιστής.                                               
Αργότερα πίστεψα πως η Σοβιετική Ένωση είναι η πατρίδα των φτωχών και των προλεταρίων και άρα πατρίδα μου και συνεπώς είμουνα ρωσόπουλο τότε, όπως θα μπορούσα να είμαι και τουρκόπουλο, αν είχε γίνει στην Τουρκία η επανάσταση του ’17, δεν είμουνα πάντως ελληνόπουλο, όπως ισχυρίζεσαι και κατά την κατοχή ευχόμουνα να έρθουνε οι κόκκινοι φαντάροι και να διώξουν τους Ναζί και να μείνουν στην Ελλάδα – γιατί όχι αφού ήτανε αδέλφια μας ; Μα κι όταν κατάλαβα πως η Σ.Ε. κατάντησε ένα κράτος ιμπεριαλιστικό, δεν έγινα ελληνόπουλο, μα παρέμεινα διεθνιστής, κοσμοπολίτης, πολίτης του κόσμου και εξακολουθούσα και εξακολουθώ να εύχομαι την κατάργηση όλων των συνόρων και τη δημιουργία μιάς παγκόσμιας ΕΣΣΔ – πραγματικής αυτή τη φορά κι όχι ψεύτικης. Ουτοπία φυσικά και δε θα ζήσω να δω την πραγμάτωσή της, μα δεν έχει σημασία. Πες μου την ουτοπία σου να σου πω ποιος είσαι ».                       
Θεωρώ επομένως ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, ανεξάρτητα από τις αγωνίες και τις αμφιβολίες που τον κατέτρωγαν, πίστευε βαθειά στην επαναστατική ουτοπία. Και μακάρι ο 21ος αιώνας να σφραγιστεί από έναν άλλο ανθρωπολογικό τύπο κοινωνικού επαναστάτη !

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Ένα λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα - μέρος τρίτο


Κωνσταντινούπολη / Ιστανμπούλ, περιβαλλοντικές αξίες και απειλές

Συνεχίζουμε το ταξίδι μας, ακολουθώντας και μεις τον δρόμο των ψαριών προς τα νότια και φτάνουμε στη μοναδική έξοδο της θάλασσας, τον Βόσπορο, που ήδη από τον 17ο αιώνα ο Ιταλός ναυτικός Μαρσίλι απέδειξε ότι διαπερνάται από δύο και όχι ένα θαλάσσια ρεύματα : ένα επιφανειακό και ελαφρύτερο από τη Μαύρη θάλασσα προς το Μαρμαρά και τη Μεσόγειο και ένα αλμυρότερο και βαθύτερο προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Είναι ωστόσο η συνάντηση όχι των θαλάσσιων αλλά των ανθρώπινων ρευμάτων στο Βόσπορο, που καθόρισε την ιστορική του μοίρα. Κανένα ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα δεν είναι πλήρες χωρίς μια στάση στη μεγαλύτερη και σπουδαιότερη πόλη της, την διαχρονικά ηγεμονική Κωνσταντινούπολη / Ιστανμπούλ, που κυριαρχεί στα εγχειρίδια ιστορίας και στη συλλογική μνήμη όλων των λαών της περιοχής και όχι μόνο.

Ό,τι και να πούμε για τη γοητεία, που η πολυεθνική μητρόπολη άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί στους συγγραφείς, είναι λίγο. Η λογοτεχνική της απεικόνιση εκτείνεται σε πολλές εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες έργα : κάποια εντελώς ξεχασμένα, όπως η καταλανική ιπποτική μυθιστορία του 15ου αιώνα «Ο Τιράν ο λευκός» ή οι εντυπώσεις του Αβαλισβίλι και των άλλων Γεωργιανών ταξιδευτών του 17ου και 18ου αιώνα, κάποια πολυδιαβασμένα μέχρι σήμερα, όπως τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι και του Γκράχαμ Γκρην, που εκτυλίσσονται πάνω στο Οριάν Εξπρές, και κάποια συνδεδεμένα με ισχυρές βιωματικές εντυπώσεις, όπως αυτές του Πιέρ Λοτί, θαμώνα του καφενείου στον Κεράτιο κόλπο, στα οριενταλιστικά μυθιστορήματα του οποίου πάντως δεν απηχούνται αποικιοκρατικές αντιλήψεις. Και ασφαλώς το φαντασμαγορικό και μαζί χαοτικό αστικό τοπίο της Ιστανμπούλ είναι ο αγαπημένος μυθοπλαστικός τόπος της τουρκικής λογοτεχνικής παραγωγής, που πολύ συχνά αρέσκεται να διερευνά τις πολλαπλές ταυτότητες της πόλης.
 
Εμβληματικό είναι ασφαλώς το «Μαύρο Βιβλίο» του νομπελίστα πλέον Ορχάν Παμούκ, που μας έχει παραδώσει και ένα νοσταλγικό χρονικό της Πόλης από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως μυθιστόρημα και ως αυτοβιογραφία, ως τουριστικός οδηγός και δοκίμιο. Ο κατάλογος όμως των συγγραφέων είναι μεγάλος : Οι παλιότεροι Γιαχιά Κεμάλ και Αχμέτ Τάνπιναρ, οι νεότεροι Ντενίμ Γκιουρσέλ και Φεριντέ Τσιτσέκογλου, από τους σύγχρονους η Ελίφ Σαφάκ με τους προβληματισμούς για τη γυναικεία ταυτότητα και ο Τουνά Κιρεμιτσί, κι’ ακόμα ο Αχμέτ Ουμίτ και η Εσμαχάν Αϊκόλ, που χρησιμοποιούν συχνά τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Εξάλλου και ο κορυφαίος Έλληνας αστυνομικός συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης κουβαλάει μέσα του την Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων.

Σ’ αυτό το ταξίδι θα αφουγκραστούμε κυρίως τη φωνή ενός άλλου υποψήφιου για το βραβείο Νόμπελ, μια φωνή που έχει κουρδική καταγωγή αλλά σκέφτεται και γράφει στην τουρκική γλώσσα. Ο Γιασάρ Κεμάλ, γεννημένος στην Τσουκούροβα (την Κιλικία) αλλά εγκαταστημένος από νωρίς στην Πόλη, έχει μεταφρασθεί σε δεκάδες γλώσσες, έχει αποσπάσει πολλά βραβεία και έχει εξασφαλίσει ακόμα περισσότερες διώξεις και φυλακίσεις εξαιτίας των αγώνων του για δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα. Το όνομά του είναι στην πραγματικότητα ψευδώνυμο, που άρχισε να χρησιμοποιεί όταν εργαζόταν κρυφά ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Τζουμχουριέτ. Παλιότερα είχε αποκτήσει και το προσωνύμιο Ομέρογλου (= γυιός του Όμηρου) και είναι αλήθεια ότι στη νεανική του ηλικία αγαπούσε το μοντέλο του περιπλανώμενου στα χωριά ραψωδού, που απαγγέλλει ποιήματα και ιστορίες. Το καλύτερο ίσως πιστοποιητικό της απήχησής του στην τουρκική κοινωνία είναι ένα περιστατικό του 1971, κατά τη διάρκεια της κράτησής του στις στρατιωτικές φυλακές, όταν οι δεσμοφύλακες βρήκαν τα κατασχεμένα βιβλία του και τα πήραν μαζί τους στη φυλακή για να τους τα υπογράψει !

Το μυθιστόρημα του Γιασάρ Κεμάλ «Η θυμωμένη θάλασσα», που εκδόθηκε το 1978, αποτελεί πρώιμη τομή στον παγκόσμιο οικολογικό προβληματισμό, σε μια εποχή που ο όρος «οικολογία» ήταν σχεδόν άγνωστος. Είναι μια ελεγεία και ταυτόχρονα προειδοποίηση για την καταστροφή του περιβάλλοντος και τις επιπτώσεις της στη ζωή των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαίο που μία από τις φυλακίσεις του συγγραφέα οφείλεται στη μαχητική του αρθρογραφία ενάντια σ’ ένα νομοσχέδιο για τα δάση της τότε κυβέρνησης Ντεμιρέλ.

Ο Κεμάλ τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησής του τη θάλασσα, ή ακριβέστερα τις τρεις θάλασσες της Πόλης, του Μαρμαρά, τον Βόσπορο και τον εσωτερικό Κεράτιο κόλπο, και υμνεί τη σχέση της με τη ζωή των ανθρώπων. Ο λόγος του είναι συμβολικός και γεμάτος αλληγορίες, από τις οποίες ας συγκρατήσουμε το εύρημα των «νοτιατζήδων», των ανθρώπων δηλαδή που μετά από τους ισχυρούς νοτιάδες συνηθίζουν να ψάχνουν στο βυθό της θάλασσας και να ανακαλύπτουν πολύτιμα πετράδια και χρυσό, βυζαντινό, οθωμανικό ή ρωσικό. Είναι κι’ αυτός ένας από τους τρόπους του συγγραφέα να μιλήσει όχι μόνο για το αυτοκρατορικό μεγαλείο του παρελθόντος μα και για τις ελπίδες, που γεννάει η θάλασσα στο παρόν. 

Οι δύο βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, ξεριζωμένοι μετανάστες της ενδοχώρας αμφότεροι και μ’ ένα εσωτερικό κενό που μεγαλώνει συνεχώς καθώς μετακινούνται στη γιγαντιαία πόλη, είναι ο κακοποιός Ζεϋνέλ, ένας φτωχοδιάβολος Ρομπέν των Δασών, στον οποίο η λαϊκή φαντασία και τα ταμπλόϊντ έχουν δώσει διαστάσεις αρχι-γκάγκστερ και επικίνδυνου δολοφόνου, και ο ονειροπόλος ψαράς Σελίμ, που συνεννοείται καλύτερα όχι με τους ανθρώπους αλλά με τη θάλασσα και τα δελφίνια, τα οποία σημειωτέον αποτελούν θύματα συστηματικής αλίευσης τα τελευταία 60 χρόνια. Και κοντά σ’ αυτούς βέβαια η φιγούρα του πρώην λαθρέμπορου και ήδη μεγαλοεργολάβου ως υπόμνηση της διπλής σχέσης του πλούτου και της άρχουσας τάξης αφενός μεν με τον υπόκοσμο αφετέρου δε με μια διεφθαρμένη αστυνομία. Ο συγγραφέας περιγράφει με ζωντάνια όχι μόνο τον βιασμό της φύσης αλλά και τα τραύματα που προκαλεί στον ψυχισμό των ανθρώπων, τον φόβο του Ζεϋνέλ μπροστά στο φλεγόμενο τάνκερ στο Βόσπορο ή την οργή του Σελίμ στη θέα των δολοφονημένων δελφινιών.

Το συμπέρασμα είναι προφανές αλλά αμείλικτο. Εάν η Μαύρη Θάλασσα χάσει τις περιβαλλοντικές της αξίες, εάν εκφυλιστεί σε νεκροταφείο ή υπόνομο, τι νόημα έχει άραγε η οικονομική και ή όποια άλλη πρόοδος των κοινωνιών γύρω απ’ αυτήν ;


Επίλογος
Το ταξίδι της λογοτεχνίας είναι ασφαλώς ανεξάντλητο. Και υπάρχουν πολλοί ακόμα τόποι σ’ αυτές τις ακτές, που μπορούν να συνδυάσουν τη γοητεία της ανάγνωσης με τη γνώση για το παρελθόν και τον προβληματισμό για το μέλλον. Εξάλλου κατά τον Ζακ Λακαριέρ «έκσταση και δοκιμασία είναι τα δύο άκρα κάθε αληθινού ταξιδιού». Ελπίζω το δικό μας, αν και νοερό, να προκάλεσε ερεθίσματα και να αποτέλεσε μια μικρή μαθητεία στην πολυφωνία των ιδεών, το κλειδί δηλαδή για μια γόνιμη συνεργασία στη Μαύρη Θάλασσα !

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Ένα λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα - μέρος δεύτερο



Οδησσός, η γέννηση και η διάψευση της ελπίδας

 
Συνεχίζουμε το λογοτεχνικό μας ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα προς τα δυτικά και ύστερα από μερικές εκατοντάδες μίλια φτάνουμε στο μεγάλο λιμάνι της Οδησσού, που ιδρύεται μόλις το 1794 από τη Μεγάλη Αικατερίνη, προικίζεται με ειδικό καθεστώς εμπορικής ζώνης και διοικείται από την πρώτη στιγμή από ένα ξένο, τον Γάλλο Δούκα του Ρισελιέ. Με ραγδαίους ρυθμούς συρρέει μια πανσπερμία 50 εθνοτήτων, εμπόρων και εργατών, που χαρίζει στην πόλη οικονομικό δυναμισμό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. «Εδώ αναπνέω Ευρώπη» συνήθιζε να λέει ο Αλεξάντερ Πούσκιν, που, όπως και ο κατοπινός εθνικός ποιητής της Πολωνίας Άνταμ Μίτσκεβιτς, γνώρισαν την πόλη ως τόπο εξορίας, όχι και τόσο δυσάρεστης εδώ που τα λέμε .. 
 
Η Οδησσός γίνεται διεθνής έδρα συνωμοτών και, αν εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε τη Φιλική Εταιρία, την ίδια ώρα η πόλη φιλοξενεί μυστικές συγκεντρώσεις Ρώσων Δεκεμβριστών, Βούλγαρων και Ρουμάνων επαναστατών, Γάλλων και Ιταλών εμιγκρέδων. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον εκπαιδεύονται επαναστάτες σαν τον Λέον Τρότσκι, γεννιούνται συγγραφείς σαν την Άννα Αχμάτοβα, τον Βαλεντίν Κατάεφ, ή τον μετέπειτα Ιταλό Λεόνε Γκίνζμπουργκ και γράφονται τραγούδια σαν το «O sole mio» από τον Εντουάρντο ντι Κάπουα, το κατοπινό σήμα κατατεθέν της Νάπολης. Ο λογοτεχνικός και μουσικός κύκλος της πόλης παίζει σπουδαίο ρόλο και πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά και μετά απ’ αυτή, ενώ η Οδησσός διεκδικεί και τον τίτλο της γενέτειρας του κινηματογράφου, αφού οι πειραματικές ταινίες του 1893 του Τιμτσένκο προηγούνται κατά δύο χρόνια των αδελφών Λυμιέρ. Σίγουρα πάντως η πόλη έχει κατοχυρώσει την ιδιοκτησία της πιο διάσημης σεκάνς στην ιστορία της 7ης Τέχνης, αυτής με το καρότσι στη γρανιτένια σκάλα προς το λιμάνι στην ταινία του Σεργκέϊ Αϊζενστάϊν «Θωρηκτό Ποτέμκιν». Η σκάλα της Οδησσού αποτελεί ένα παγκόσμιο «επαναστατικό» τοπόσημο !
 
Και καθώς οι τσαρικοί νόμοι επιβάλλουν ασφυξία στις εβραϊκές κοινότητες της επαρχίας, ο εβραϊκός πληθυσμός συρρέει στην Οδησσό και φτάνει στα τέλη του 19ου αιώνα να αποτελεί το 1/3 της πόλης. Στην εβραϊκή συνοικία Μονταβάνκα γεννιέται το 1894 ο διηγηματογράφος και δημοσιογράφος Ισαάκ Μπάμπελ, που, παρότι προέρχεται από αστικό περιβάλλον και δέχεται μια καλή εκπαίδευση, βιώνει και τις ανισότητες και τα πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων και αποφασίζει να γίνει Μπολσεβίκος. Συμμετέχει μάλιστα και στις επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού, για λίγο ως εθελοντής και στη συνέχεια ως πολεμικός ανταποκριτής με εκσλαβισμένο όνομα κατά την εκστρατεία στην Πολωνία. Η εκστρατεία αυτή, που τελικά εξελίχθηκε στη μοναδική στρατιωτική ήττα των μπολσεβίκων, και το περιβάλλον της Οδησσού αποτελούν τις δύο βασικές πηγές έμπνευσης για τα διηγήματά του. Ο Μπάμπελ ακροβατεί σε πολλά μεταίχμια, μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας, μεταξύ αποστροφής για τη βία και κατανόησής της, μεταξύ αφοσίωσης στην επανάσταση και προβληματισμού για τα μέσα της. Στις γεμάτες με αφοπλιστικό χιούμορ ιστορίες του κατάφερε να συλλάβει, καλύτερα από κάθε άλλον σύγχρονό του, τον πνευματώδη αλλά και αναρχικό χαρακτήρα της Οδησσού.
 
Παρά την ενθουσιώδη αναγνώριση του Γκόρκυ, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως «ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει σήμερα η Ρωσία», ο Μπάμπελ καταφεύγει στη σιωπή στη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων, από τις οποίες τελικά δεν επιζεί. Εκτελείται τον Ιανουάριο του 1940 ύστερα από μια συνοπτική δίκη 20 λεπτών, όπου κατά τα ειωθότα καταδικάζεται και για «τροτσκισμό» και για «κατασκοπεία». Οι τελευταίες λέξεις του συγγραφέα είναι «Ποτέ δεν έκανα κάτι εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Αφήστε με τουλάχιστον να ολοκληρώσω το έργο μου !»
 
Ως επίλογο για τον Μπάμπελ θα παραθέσω τις αναμνήσεις του Κοσταντίν Παουστόφσκι, ενός άλλου μέλους του κύκλου των συγγραφέων της Οδησσού και υποψήφιου αργότερα για το βραβείο Νόμπελ, που έγραψε ότι «Ο Μπάμπελ ήταν για μας ο πρώτος αληθινά Σοβιετικός συγγραφέας». Ο ίδιος ο Παουστόφσκι δεν δίστασε αργότερα, επί εποχής μπρεζνιεφισμού, να αντιταχθεί στην δίκη και καταδίκη των συγγραφέων Σινιάφσκι και Ντάνιελ αλλά και στον διατεταγμένο εκσλαβισμό πολλών τοπωνυμίων της περιοχής.
 
Αυτός δεν γεννιέται στην πόλη αλλά έρχεται λίγο μετά από την επικράτηση των Μπολσεβίκων και γράφει γι’ αυτήν όπως ένας άντρας για τη γυναίκα του. Ακόμη περισσότερο όμως γίνεται λάτρης της Μαύρης θάλασσας, ακούραστος ταξιδιώτης και μεγάλος ψαράς. Εκτός από τις λυρικές περιγραφές της θάλασσας, χρωστάμε στον Παουστόφσκι μερικές από τις καλύτερες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας του ψαρέματος, δίπλα σ’ αυτές του Χεμινγουέϊ και του Μέλβιλ.
 
Και αυτή η θάλασσα ήταν στ’ αλήθεια πάντα πλούσια σε ψάρια ! Κοντά στην Οδησσό, στη βορειοδυτική δηλαδή περιοχή της θαλάσσιας λεκάνης, εκεί που το βάθος είναι μικρό και δεν φτάνει το στρώμα του ανοξικού υδροθείου που κυριαρχεί στον βυθό της θάλασσας, ανοίγει ο κύκλος της ζωής πολλών ειδών, που στη συνέχεια ξεκινούν το δικό τους ταξίδι προς τα νότια κατά μήκος της ακτής.
 
Σαλπάρουμε επομένως από την Οδησσό, κρατώντας την εξοικείωση αφενός μεν με τον πλούτο της θάλασσας κυρίως όμως με την άνθιση της επαναστατικής ελπίδας, που συμπληρώνει φέτος την επέτειο των 100 χρόνων της, αλλά και με τη διάψευσή της.