Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Η 28η Δεκέμβρη του 1944 στη δημόσια μνήμη των Ιωαννίνων


Η επέτειος της επίσημης εισόδου του ΕΛΑΣ στα Γιάννενα, στις 28 του Δεκέμβρη του 1944, είναι σε γενικές γραμμές ξεχασμένη και απωθημένη από τη δημόσια μνήμη της πόλης. Όχι μόνο λόγω της πανελλήνιας ιστορικής λοβοτομής μετά από την επικράτηση της Δεξιάς στον εμφύλιο αλλά και, επιπλέον ίσως, επειδή και για την ηττημένη Αριστερά  των μεταγενέστερων δεκαετιών αυτό καθεαυτό το γεγονός δεν προσφερόταν ως διαπιστευτήριο «εθνικής» αντίστασης, καθώς ο εκδιωχθείς εχθρός δεν ήταν οι Γερμανοί αλλά ο ΕΔΕΣ. Κι’ όμως το εαμικό διάλειμμα των Ιωαννίνων, παρότι βραχύβιο, αφού ύστερα από 47 μέρες υπογράφτηκε η συνθήκη της Βάρκιζας, συνοδεύτηκε από μια μεγάλη έκρηξη λαϊκού ενθουσιασμού και αισιοδοξίας, για την οποία μάλιστα έχουμε την τύχη να διαθέτουμε μια πληρέστατη φωτογραφική τεκμηρίωση.
Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα από την αρχή : Με τη συμφωνία της Πλάκας, στις 29 Φλεβάρη 1944, καθορίστηκαν τα όρια της δικαιοδοσίας των αντιστασιακών οργανώσεων και η Ήπειρος παραχωρήθηκε στον ΕΔΕΣ, που με την αποχώρηση των Γερμανών μπήκε στα Γιάννενα. Μετά από τα Δεκεμβριανά και τη σταδιακή κλιμάκωση των συγκρούσεων και υπό τον ασφυκτικό έλεγχο από τις βρετανικές δυνάμεις και κυρίως την αεροπορία κάθε μαζικής μετακίνησης στρατιωτικών δυνάμεων στην Αθήνα, ο κύριος όγκος του ΕΛΑΣ στη Βόρεια Ελλάδα αρχίζει να επιδίδεται σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις (διάλυση των τμημάτων του Τσαούς Αντών, αφοπλισμός μικρών βρετανικών αποσπασμάτων και κυρίως επιχειρήσεις στην Ήπειρο). Η επίθεση κατά των δυνάμεων του Ζέρβα σχεδιάζεται από το στρατηγείο στο Μέτσοβο, εκδηλώνεται στις 21 Δεκέμβρη και μέσα σε δύο μέρες έχει πετύχει τους αντικειμενικούς της στόχους «Δεν περιμέναμε τόσο γρήγορη διάλυση του ΕΔΕΣ, υπολογίζαμε τουλάχιστον 10 μέρες για την υπόθεση αυτή», εξομολογείται ο Στρατιωτικός Αρχηγός του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ» (εκδ. 1946, ανατύπωση 1999 εκδ. «Επικαιρότητα»), που θα αποτελέσει και στη συνέχεια τη βασική πηγή μας για το κλίμα και τα γεγονότα των Ιωαννίνων. Τα υπολείμματα του ΕΔΕΣ διεκπεραιώνονται από τους Βρετανούς στην Κέρκυρα, αφού έχουν πρώτα φροντίσει να πάρουν 1.000 πολίτες ομήρους, 600 μόνο από τα Γιάννενα, κι’ ανάμεσά τους όσα στελέχη του ΕΑΜ μπόρεσαν να εντοπίσουν, τα οποία βεβαίως τράβηξαν όχι και λίγα.
Τα ίδια τα Γιάννενα καταλαμβάνονται στις 23 Δεκέμβρη και ένα από τα πρώτα τμήματα, που μπαίνουν στην πόλη, είναι ο λόχος των κοριτσιών της ΙΧ Μεραρχίας ύστερα από τη μάχη στο Μπισδούνι. Η ηγεσία όμως της επιχείρησης με επικεφαλής τον Γενικό Καπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη και τον Σαράφη ξεκινάει από το Μέτσοβο για την πόλη στις 28 του μηνός. Από δω και κάτω η εξιστόρηση των γεγονότων γίνεται από την πένα του στρατηγού Σαράφη : « Χιόνιζε πάντα κ’ έκανε κρύο. Δεν είχαμε ειδοποιήσει κανένα. Στις 4 το απόγεμα μπήκαμε στην πόλη και όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά λόγω της εορτής. Πήγαμε στην πλατεία και ζητήσαμε το μέραρχο στα γραφεία του. Ο κόσμος αντιλήφθηκε την άφιξή μας και σε λίγα λεπτά η πλατεία γέμισε. Μιλήσαμε κ’ εγώ και ο Άρης. Μου έκανε εντύπωση ότι οι εκδηλώσεις του κόσμου ήταν περισσότερο ζωηρές από τις εκδηλώσεις στις εαμικές περιοχές. Μας εξήγησαν ότι αυτοί τώρα κατάλαβαν λευτεριά. Με τα τμήματα του Ζέρβα υπέφεραν, δεν είχαν καμιά ελευθερία, υπήρχε στρατιωτικός νόμος, απαγορεύονταν οι συγκεντρώσεις καθώς και η κυκλοφορία πέραν από ορισμένη ώρα. Ήταν η ίδια κατάσταση που ήταν πρωτήτερα με τους γερμανούς. Ενώ τώρα ήταν απόλυτα ελεύθεροι να κυκλοφορούν όλη νύχτα, να συγκεντρώνονται, να γιορτάζουν και ήταν ενθουσιασμένοι … 

.. Τις μέρες των Χριστουγέννων δεν έμεινε κανένας αντάρτης στο στρατώνα. Οι γιαννιώτες, παρ’ όλη τη δυστυχία τους και τη στενοχώρια τους για τους ομήρους, πήραν τους αντάρτες στα σπίτια τους και τους φιλοξένησαν. Αν δεν εύρισκαν αντάρτες να φιλοξενήσουν, γιατί η μεγαλύτερη δύναμη κινούνταν προς καταδίωξη του Ζέρβα, στενοχωρούνταν … Με τον Άρη επιθεωρήσαμε τα δύο νοσοκομεία που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη και νοσηλεύονταν οι τραυματίες μας και μερικοί του Ζέρβα. Μείναμε ευχαριστημένοι από τη δουλειά του προσωπικού. Ευχαριστημένοι επίσης ήταν και οι τραυματίες. Οι κάτοικοι της πόλης βοηθούσαν με κάθε μέσο σε ιματισμό και τρόφιμα. Τα κομοδίνα των τραυματιών ήταν γεμάτα φρούτα και γλυκίσματα».
Ας προσθέσω και ένα μικρό απόσπασμα από την επίσκεψη, στις 30 του Δεκέμβρη, των δύο επικεφαλής στην Πρέβεζα, όπου προ τριμήνου ο ΕΔΕΣ είχε προχωρήσει σε εκτελέσεις Εαμιτών : «Όλος ο κόσμος, τόσο εκεί όσο και στις πόλεις και τα χωριά, ζητούσε εκδίκηση και να συλληφθούν όλοι οι εδεσίτες για ν’ ανταλλαγούν με τους ομήρους. Δηλώσαμε κατηγορηματικά πως δε θα κάνουμε τέτοιο πράγμα και διατάξαμε να αφεθούν ελεύθεροι όσοι είχαν συλληφθεί και δε βαρύνονταν με εγκληματικές πράξεις. Εμείς σαν αντιπρόσωποι λαϊκού κινήματος δε μπορούσαμε ν’ αντιγράψουμε τους άλλους αλλά έπρεπε να διαφωτίσουμε το λαό και να πείσουμε και τους αντίθετους για το δίκαιο αγώνα μας».
 Από τον παππού μου, αν και συμμετείχε στην εαμική Εθνική Αλληλεγγύη, δεν θυμάμαι καμιά αφήγηση για την περίοδο εκείνη ούτε και έτυχε να ακούσω το παραμικρό στις πολλές ομιλίες για την ιστορία της πόλης. Τα Γιάννενα όμως είχαν την τύχη να διαθέτουν ένα φωτογράφο της αξίας του Κώστα Μπαλάφα. Η σύντομη εαμική άνθιση, όπως και άλλες σημαντικές στιγμές της ιστορίας της πόλης, αποτυπώθηκε από τον φακό του «φωτογράφου της Αντίστασης» και περιλαμβάνεται στο λεύκωμά του «Το αντάρτικο στην Ήπειρο» (εκδ. του ιδίου, Γιάννενα 1991). Ο Μπαλάφας συμπεριλαμβάνει 44 φωτογραφίες από τις μέρες εκείνες, φωτογραφίες ανταρτών και ανταρτισσών, απλών πολιτών, συγκεντρωμένου πλήθους και ομιλητών όπως ο Μιχάλης Τσιάντης, ο Δήμαρχος Πέτρος Αποστολίδης και άλλοι, κυριολεκτικά αιχμαλωτίζει την Ιστορία «εν τω γίγνεσθαι» και καταφέρνει να αποδώσει μια ατμόσφαιρα συλλογικού ενθουσιασμού και ελπίδας.
Είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον ότι η αρχιτεκτονική όψη, που διασώζουν οι φωτογραφίες του Μπαλάφα, διατηρείται σε αρκετές περιπτώσεις η ίδια και σήμερα. Ιδιαίτερα η κλασική φωτογραφία με τον Άρη και το Σαράφη έφιππους στην κεντρική πλατεία της πόλης μοιάζει σα να τραβήχτηκε μόλις χτες ή, όπως παρατήρησε κάποιος φίλος, «μου φαίνεται ότι θα πάμε για καφέ στο Διεθνές και θα βρούμε μπροστά μας τον Άρη με το Σαράφη». Το ίδιο και το ξενοδοχείο Ακροπόλ, το Βρετάνια, το σημερινό Δημαρχείο και η Μητρόπολη.
Είναι καιρός αυτή η καταπληκτική φωτογραφική τεκμηρίωση να συνδυαστεί με μια πλήρη ιστορική αποτίμηση της περιόδου και η ξεχασμένη επέτειος να βρει τη θέση της στη δημόσια ιστορία και μνήμη των Ιωαννίνων. Και πιστεύω ότι η ανάδυση των ξεχασμένων και αποσιωποιημένων σελίδων δεν είναι έργο μόνο των ιστορικών μα και των πολιτών, όχι κατ’ ανάγκη μόνο των αριστερών, η συλλογική ενεργοποίηση και συμβολή των οποίων μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την κοινωνική ιστορία της πόλης.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Χάρη Αθανασιάδη "Τα αποσυρθέντα βιβλία"

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΧΑΡΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ "Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858 - 2008"
εκδ. "Αλεξάνδρεια"
 

  Σπεύδω εξαρχής να εστιάσω στο πιο εντυπωσιακό κατά τη γνώμη μου εύρημα της έρευνας του συγγραφέα, παρόλο που δεν αφορά το βασικό του αντικείμενο, τα σχολικά εγχειρίδια που αποσύρθηκαν σχεδόν άμεσα υπό το βάρος πολιτικών πιέσεων, αλλά ένα αναγνωστικό που διδασκόταν χωρίς πρόβλημα επί 40 χρόνια, από το 1862 μέχρι το 1901, στους μαθητές των ελληνικών δημοτικών σχολείων και του Βασιλείου της Ελλάδας αλλά και της διασποράς. Το βιβλίο αυτό σκόπιμα το παραθέτει και το αναλύει αντιστικτικά ο συγγραφέας, γιατί επαληθεύει το βασικό ερμηνευτικό του σχήμα για τα αποσυρθέντα βιβλία.
Το βιβλίο είναι ο «Γεροστάθης» του Λέοντα Μελά, ενός διακεκριμένου μέλους της ελληνικής διανόησης στα χρόνια του Όθωνα, Καθηγητή Ποινικού Δικαίου και εισηγητή του Συντάγματος του 1844, αφού προηγουμένως είχε πάρει ενεργό μέρος στην εξέγερση του Σεπτέμβρη του 1843. Υπόψη ότι ο Λέων Μελάς έγραψε τον «Γεροστάθη» πολύ αργότερα, αφού είχε αποσυρθεί από το δημόσιο βίο και είχε μετακομίσει στη Μασσαλία. Ο χώρος και ο χρόνος της δράσης του βιβλίου είναι μια μικρή κωμόπολη κοντά στα Γιάννενα, θα μπορούσε λ.χ. να είναι η Ζίτσα, στη διάρκεια των χρόνων 1819 και 1820, στα τελευταία δηλαδή χρόνια της κυριαρχίας του Αλή Πασά. Η δομή του βιβλίου αποτελείται από καθημερινές ιστορίες, που αφηγείται ο ίδιος ο Γεροστάθης σε μαθητές του Δημοτικού Σχολείου με στόχο τη διαπαιδαγώγησή τους και τις αντλεί κυρίως από την αρχαία ελληνική Ιστορία.
Με τα σημερινά δεδομένα είναι ειλικρινά απίστευτο, τί διδάσκονταν οι μαθητές της παλιάς Ελλάδας, που υπενθυμίζω ότι έφτανε μέχρι τον Άραχθο και τον Πηνειό, για την σχέση της αρχαίας Μακεδονίας με τις ελληνικές πόλεις. Αν έγραφε τα ίδια ένα σημερινό σχολικό βιβλίο, θα είχε αναμφίβολα καεί στην πυρά μαζί με τον συγγραφέα του. Και για να μη σας κρατάω σε αγωνία, σας διαβάζω το σχετικό απόσπασμα της πρώτης έκδοσης του «Γεροστάθη» : «Εις την μάχην της Χαιρωνείας ετάφη ζώσα η αυτονομία της Ελλάδος και αυτή ταπεινωθείσα κατέστη Μακεδονική επαρχία». Δηλαδή η σχολική Ιστορία, που ασφαλώς αντανακλούσε την επίσημη κρατική άποψη της εποχής, θεωρούσε τους Μακεδόνες κατακτητές όπως και τους Ρωμαίους και σε κάθε περίπτωση όχι Έλληνες. Βλέπετε δεν είχε αρχίσει ακόμα η διεκδίκηση της Οθωμανικής Μακεδονίας από το Ελληνικό Βασίλειο ούτε είχε επικρατήσει το ιστορικό σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, για το οποίο θα μιλήσουμε και στη συνέχεια.
Στο εύρημα του Αθανασιάδη προσθέτω ότι, όπως έχει τεκμηριώσει η ιστορική έρευνα (ενδεικτικά http://www.iospress.gr/ios2005/ios20050605.htm), αρχικά η ελληνική προπαγάνδα προς τη σλαβόφωνη πλειοψηφία της Οθωμανικής Μακεδονίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει το γλωσσικό πλεονέκτημα της αντίπαλης βουλγαρικής, είχε συμπυκνωθεί στη γραμμή «Εσείς δεν είστε Βούλγαροι, είστε κάτι άλλο, είστε Μακεδόνες»! Δηλαδή, όσο κατασκευασμένη είναι η επίσημη Ιστορία της γειτονικής μας Δημοκρατίας, και μάλιστα με την ελληνική συμβολή στα πρώϊμα στάδια, άλλο τόσο είναι και η ελληνική. Προσέξτε, δεν αναφέρομαι στην ουσία του προβλήματος, για την οποία ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του, αναφέρομαι σ’ αυτό που ονομάζεται «ιδεολογική χρήση της Ιστορίας» ανάλογα με τις εποχές και τις επιδιώξεις του εκάστοτε παρόντος. Το προφανές πολιτικό συμπέρασμα βεβαίως είναι ότι, αν η ελληνική κοινωνία ήταν λίγο περισσότερο υποψιασμένη, λίγο περισσότερο κοινωνός των δεδομένων της ιστορικής έρευνας, ίσως να ήταν και πολιτικά πιο ψύχραιμη, λιγότερο απόλυτη, λιγότερο πρόθυμη να παραδοθεί στην εθνικιστική δημαγωγία.
Αυτή είναι μια βασική χρησιμότητα του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη. Όπως και ο ίδιος επισημαίνει, ενώ στο επίπεδο της ακαδημαϊκής ιστορικής έρευνας οι Έλληνες ιστορικοί τις τελευταίες δεκαετίες έχουν κάνει άλματα στην ανασύνθεση του παρελθόντος με νέους όρους  και εργαλεία, η δημόσια Ιστορία, δηλ. οι κυρίαρχες αφηγήσεις για το παρελθόν, και, κάτω από το βάρος της δημόσιας, και η σχολική Ιστορία αδυνατούν να αφομοιώσουν τις κατακτήσεις αυτές, γιατί προσκρούουν σε λογικές και νοοτροπίες παγιωμένες επί δεκαετίες και στους πολίτες αλλά κυρίως στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, που διαμορφώνουν τις νοοτροπίες. Όπως το είχε θέσει με ακρίβεια και ο προσωπικός σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού Α. Σαμαρά και πάλαι ποτέ αριστερός Χρύσανθος Λαζαρίδης «στα πανεπιστήμια η έρευνα της Ιστορίας έχει στόχο την ανακάλυψη της αλήθειας, στα σχολεία όμως η διδασκαλία της έχει άλλο στόχο : να δημιουργήσει φρόνημα». Φρόνημα εναντίον αλήθειας λοιπόν. Κι ας έχει πει ο Διονύσιος Σολωμός, ένας κατ’ εξοχήν εκφραστής της εθνικής ιδέας πως «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό» - ας υπενθυμίσω ότι και ένας κορυφαίος μαρξιστής διανοητής, ο Γκράμσι, τον οποίο θα θυμηθούμε και στη συνέχεια, έχει υποστηρίξει ότι «η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική».
Και πώς διαμορφώνεται λοιπόν το εθνικό φρόνημα ; Κατά πρώτο και κύριο λόγο με τη θεωρία του Παπαρρηγόπουλου, το ιστορικό σχήμα της αδιάσπαστης και ηρωϊκής συνέχειας του ελληνικού έθνους επί 3.000 χρόνια και της άρνησης σύνδεσης του εθνικού φαινομένου με την άνοδο της αστικής τάξης. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι ο ίδιος ο Παπαρρηγόπουλος είχε απόλυτη συνείδηση του χαρακτήρα του εγχειρήματός του και το 1886 γράφει ότι «τα έθνη δημιουργούσι την Ιστορίαν ουχί η Ιστορία τα έθνη». Φυσικά, εκτός από τη βασική θεωρία το φρόνημα απαιτεί και τα απαραίτητα συμπληρώματα, την ενότητα Ελληνισμού & Ορθοδοξίας, το σχήμα «Πατρίς – Θρησκεία – οικογένεια» κλπ.
Επιστρέφω για λίγο στον «Γεροστάθη», για να επισημάνω ότι ο ίδιος ο συγγραφέας του ήδη «είχε βάλει νερό στο κρασί του», λ.χ. ενώ αντιμετώπιζε τον Φίλιππο ως μη Έλληνα, ο γυιός του ο Αλέξανδρος αίφνης παρουσιαζόταν ως ο αρχηγός των Ελλήνων. Με τη σταδιακή ωστόσο επικράτηση της θεωρίας του Παπαρρηγόπουλου στη δημόσια ιστορία, ο Λέων Μελάς έκανε και ορισμένες άλλες προσθήκες, ώστε να καλυφθούν τα κενά της «συνέχειας». Βεβαίως εξακολούθησε να απουσιάζει από το βιβλίο ο ρόλος της εκκλησίας, τα κρυφά σχολειά κλπ. – θυμίζω ότι το βιβλίο γράφτηκε πριν από την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ ελληνικού κράτους και ελλαδικής εκκλησίας. Ο «Γεροστάθης», μεταγλωττισμένος στη δημοτική αλλά και ιδεολογικά «διορθωμένος», συνέχισε να κυκλοφορεί ως τις μέρες μας, έχω μάλιστα μαζί μου την έκδοση του 1951 και πιστεύω ότι θα παρουσίαζε ενδιαφέρον για τον Αθανασιάδη η σύγκρισή της με τις εκδόσεις του 19ου αιώνα.
Συνεχίζω με το κύριο αντικείμενο του βιβλίου, τα 4 διδακτικά βιβλία, που αποσύρθηκαν από τα σχολεία, αφού προκάλεσαν έντονες εκπαιδευτικές και κυρίως πολιτικές διαμάχες. Θα τα παρουσιάσω με χρονολογική σειρά και όχι με την αντίστροφη σειρά του συγγραφέα, καθώς εκκινεί από την επικαιρότητα, από την πρόσφατη διαμάχη για το βιβλίο Ιστορίας, σχηματικά το βιβλίο «Ρεπούση», και πηγαίνει ψάχνοντας προς τα πίσω, μας μπάζει δηλαδή στην «κουζίνα του ιστορικού», στον τρόπο με τον οποίο δέχτηκε το πρώτο ερέθισμα και στη συνέχεια μαγείρεψε, οργάνωσε δηλ. και συστηματοποίησε την έρευνά του.
Τα αποσυρθέντα βιβλία κατά χρονολογική σειρά είναι :
- Τα «Ψηλά Βουνά», το αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού, που γράφτηκε από τον λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου και αφηγούταν τα συλλογικά βιώματα μιάς ομάδας παιδιών της πόλης, που είχαν πάει κατασκήνωση στο βουνό. Επρόκειτο για το αναγνωστικό - σύμβολο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου στο γλωσσικό και στο παιδαγωγικό και στο ιδεολογικό επίπεδο, κυκλοφόρησε στα σχολεία τον Ιανουάριο του 1919, ύστερα από την επίθεση που δέχτηκε, τροποποιήθηκε σε κάποια κρίσιμα σημεία τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου και αποσύρθηκε οριστικά το Νοέμβριο του 1920. Η έντονη πολεμική εναντίον του το χαρακτήρισε «μπολσεβικικό» και «άθεο», επειδή δεν δίδασκε στους μαθητές ούτε πατρίδα ούτε θρησκεία ούτε οικογένεια. Σήμερα ίσως αυτή η πολεμική να μας φαίνεται ανόητη και ξεπερασμένη, ακούω μάλιστα καθημερινά στην τηλεόραση τη διαφήμιση μιας θεατρικής παράστασης, που έχει διασκευάσει το βιβλίο, και το παρουσιάζει ως «το βιβλίο που αγαπήθηκε από όλους τους Έλληνες», η αλήθεια όμως είναι ότι στην εποχή του μισήθηκε από ένα μεγάλο κομμάτι εξίσου πολύ, όπως εξάλλου και οι υπόλοιπες προσπάθειες εκπαιδευτικής τομής.
- Το δεύτερο βιβλίο είναι το εγχειρίδιο για τους μαθητές της Β΄Γυμνασίου με τίτλο «Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία», που έγραψε ο φιλόλογος Κώστας Καλοκαιρινός στα πλαίσια της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, διανεμήθηκε στα σχολεία τον Σεπτέμβριο του 1965 και αποσύρθηκε δύο μήνες αργότερα. Στην περίπτωση αυτή η διαμάχη εστιάσθηκε στο ότι ο συγγραφέας προσπάθησε να υπονομεύσει «έμμεσα» τη συνέχεια του Ελληνισμού, αντιμετώπισε με θετικό τρόπο τους προαιώνιους εχθρούς του και κυρίως τους βαλκάνιους γείτονες, όπως το μεσαιωνικό σερβικό κράτος του Στέφανου Ντουσάν και το βουλγαρικό βασίλειο και κυρίως υπονόμευσε την ενότητα του έθνους, επειδή εισήγαγε το μαρξιστικό σχήμα της «πάλης των τάξεων» στην ερμηνεία των κοινωνικών σχέσεων στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα μεγάλο μέρος της επίθεσης αφιερώθηκε στη χρήση του όρου «ρωμαϊκή», αντί «βυζαντινής», στον τίτλο, θεωρώντας άνευ σημασίας βεβαίως ότι στην εποχή τους οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν για τον εαυτό τους τον τίτλο «Ρωμαίοι».
- Το τρίτο βιβλίο είναι η «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου», που συνέγραψε, ως εγχειρίδιο για την Γ΄ Λυκείου, ομάδα 12 ιστορικών υπό την εποπτεία του Πανεπιστημιακού Γιώργου Κόκκινου και συμπεριλάμβανε αρκετές καινοτομίες συμβατές με τις σύγχρονες ιστορικές τάσεις (σύνδεση της ελληνικής Ιστορίας με την ευρύτερη ευρωπαϊκή, άνοιγμα στην Κοινωνική Ιστορία και την Ιστορία των Ιδεών). Το βιβλίο είχε εγκριθεί από το 1999, είχε μόλις τυπωθεί τον Απρίλιο του 2002, επρόκειτο να διανεμηθεί στα σχολεία τον Σεπτέμβριο, αυτή όμως η διανομή δεν έγινε ποτέ, καθώς ο τότε Υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Σημίτη, ο Πέτρος Ευθυμίου, διέταξε την απόσυρση του βιβλίου και μάλιστα τηλεφωνικά από την Κίνα, όπου βρισκόταν για επίσημη επίσκεψη. Η αιτία της σπουδής του Υπουργού ήταν η έκφραση δυσαρέσκειας από τον Κύπριο συνάδελφό του επειδή στο εγχειρίδιο αναγραφόταν ότι «η ΕΟΚΑ του Στρατηγού Γρίβα πρόβαλλε έναν κοινωνικά υπερσυντηρητικό εθνικισμό». Η «δυσαρέσκεια» αυτή διαπέρασε και το δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, που επακολούθησε με ένταση για το βιβλίο, οι επικριτές του επικέντρωσαν τα βέλη τους στο ότι δυσφημείται το «αντιστασιακό πνεύμα» του ελληνικού έθνους ενώ δεν έλειψαν και οι συσχετισμοί με το υπό εκκόλαψη τότε Σχέδιο Ανάν. Βεβαίως, όπως εκτιμάει και ο Χάρης, υπήρχαν και άλλα «ολισθηρά» σημεία, όπως η χρήση του όρου «δωσίλογοι» για πρώτη φορά σε ελληνικό σχολικό βιβλίο, που μάλλον βάρυναν στην τελική απόφαση του Υπουργού.
- Και τέλος το πιο πρόσφατο κρούσμα αφορά το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄Δημοτικού «Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια», το γνωστό και ως «βιβλίο Ρεπούση», αν και στην πραγματικότητα η Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μαρία Ρεπούση ήταν η συντονίστρια μιας 4μελούς ομάδας ιστορικών, το πόνημα των οποίων είχε προκριθεί από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τον αρμόδιο κρατικό φορέα για την επιλογή των σχολικών βιβλίων, ύστερα από προκήρυξη που έγινε το 2003, επί κυβερνήσεως Σημίτη. Το βιβλίο διανεμήθηκε το 2006, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, και αποσύρθηκε αμέσως μετά από τις εκλογές του 2007 από την ίδια κυβέρνηση, αφού προηγουμένως είχε προκαλέσει την πολιτική καταβαράθρωση και της ίδιας της Υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου αλλά και την εκτόξευση του κόμματος ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη στο πολιτικό προσκήνιο. Ουδείς εκ των πολεμίων ασχολήθηκε με τις παιδαγωγικές καινοτομίες του βιβλίου, δηλ. τη συγκριτική παράθεση ενός σύντομου ιστορικού πλαισίου και πολλών και διαφορετικών πηγών, αλλά αφιέρωσαν όλη την προσπάθειά τους εναντίον του βιβλίου σε 3 βασικά σημεία α) ότι περιορίζει σε όγκο την εξιστόρηση των ηρωϊκών στιγμών του ελληνισμού από τη μια και από την άλλη αποκρύπτει τις διώξεις και τα βάσανα που υπέστη (με κορυφαίο ασφαλώς παράδειγμα τον περιβόητο «συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης»), δηλ. αφήνει αναξιοποίητα τα πιο χρήσιμα εργαλεία για την εθνική συσπείρωση, τη «δόξα» και το «πένθος», όπως επισημαίνει ο συγγραφέας β) ότι αποδομεί τη σχέση ελληνισμού και ορθοδοξίας, αγνοώντας λ.χ. το «Κρυφό Σχολειό», το οποίο παρεμπιπτόντως έχει τεκμηριωθεί, από τον Άλκη Αγγέλου και άλλους, ότι δεν υπήρξε ποτέ, και βεβαίως γ) ότι υπονομεύει την εθνική ταυτότητα, την ιδιοπροσωπία και το αντιστασιακό πνεύμα του ελληνικού έθνους και ευθυγραμμίζεται με τη «νέα τάξη» και την «παγκοσμιοποίηση».
Θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτή την τελευταία διαμάχη, μιας και είναι ακόμα νωπή στη μνήμη μας, και να προσθέσω δύο ακόμη επισημάνσεις του συγγραφέα : Η πρώτη είναι ότι η πνευματική ιδιοκτησία της έκφρασης «συνωστισμός» δεν ανήκει στην ομάδα Ρεπούση. Πρόκειται για αυτούσια μεταφορά από το βιβλίο του Ρίτσαρντ Κλογκ «Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770 – 1990», το οποίο ουδέποτε προκάλεσε την παραμικρή αντίδραση, όταν κυκλοφόρησε το 1995 στην Ελλάδα. Και εάν η έκφραση αυτή συνιστούσε υποτίμηση της βίας, που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης, που όντως συνιστούσε, θα είχε άραγε πιθανότητα να γίνει δεκτό ένα εγχειρίδιο, που θα αποκαθιστούσε μεν αυτή τη διάσταση δεν θα παρέλειπε όμως να αναφερθεί στις ανάλογες βιαιότητες, που διέπραξε ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία ;
Ακόμα όμως και αν οι επικρίσεις βρήκαν ερείσματα στο περιεχόμενο του βιβλίου, παρατηρεί ο Αθανασιάδης, η ένταση της πολεμικής ήταν ασύμμετρα έντονη και δεν μπορούσε να αφορά το παρελθόν αλλά το παρόν. Πράγματι, οι συσχετισμοί που έκαναν οι αντίπαλοι του βιβλίου με την εξωτερική πολιτική της χώρας, με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και με την προσπάθεια αποδόμησης των εθνικών ταυτοτήτων χάριν της αμερικανικής ηγεμονίας πείθουν ότι το βιβλίο δεν πολεμήθηκε τόσο το περιεχόμενό του αλλά για το συνωμοτικό σχέδιο, που θεωρήθηκε ότι υπηρετεί.
Η τρίτη επισήμανση είναι δική μου : Είχα και εξακολουθώ να έχω πολλές αντιρρήσεις για τις τοποθετήσεις της κ. Ρεπούση, όπως και πολλών άλλων, στη διαμάχη της τελευταίας 5ετίας για τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Όμως ο δημόσιος επικριτικός λόγος εναντίον της σχεδόν ποτέ δεν εστίασε στις τοποθετήσεις αυτές αλλά στο «ανθελληνικό» βιβλίο. Θεωρώ επομένως ζήτημα στοιχειώδους εντιμότητας, όταν κάποιος χρησιμοποιεί υποτιμητικά το όνομα «Ρεπούση», παράλληλα να εξηγεί τί ακριβώς της καταλογίζει.
Συνοψίζοντας όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η βασική ερμηνευτική θέση του Αθανασιάδη, την οποία και υποστηρίζει κατά την άποψή μου πειστικά, είναι ότι το σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, δηλ. για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους το σχήμα της εθνικιστικής αντίληψης για την ελληνική Ιστορία, από το 1894, οπότε και επικράτησε στην εκπαίδευση, μέχρι και σήμερα αποτελεί τον ιερό κανόνα της σχολικής Ιστορίας. Κάθε απόκλιση από τον κανόνα αυτό, μικρή ή μεγάλη, οδήγησε τους τολμηρούς συγγραφείς σε ναρκοπέδιο, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του ελληνικού εθνικισμού, γέννησε ανελέητους συμβολικούς πολέμους, που όλοι ανεξαιρέτως είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, τη συντριπτική ήττα των αναθεωρητικών εγχειρημάτων. Ασφαλώς κάθε διαμάχη έχει τις δικές της ιδιομορφίες ανάλογα με την περίοδο, στην οποία εκτυλίχθηκε, εμφανίζει και διάφορα συμπληρωματικά επίδικα (λ.χ. στις δύο πρώτες περιπτώσεις απόσυρσης, εκτός από το εθνικό, υπήρχε η παράλληλη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα, που έθεσαν οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις), παρουσιάζει μετακινήσεις των στρατοπέδων, όμως η κυρίαρχη αντίθεση, αυτή η οποία και έκρινε τελικά την έκβαση ΟΛΩΝ αυτών των αντιπαραθέσεων, ήταν η παρέκκλιση από τον βαθειά ενσωματωμένο και παγιωμένο κανόνα του Παπαρρηγόπουλου.
Πέρα όμως από το κεντρικό διακύβευμα, τίθεται το ερώτημα αν εντοπίζονται και άλλα κοινά σημεία σ’ αυτές τις διαμάχες. Ίσως να είναι κάπως αυθαίρετο να υποστηρίξουμε μια τυπολογία της απόσυρσης σχολικών εγχειριδίων στη νεότερη Ελλάδα, οι αναλογίες ωστόσο μεταξύ των περιπτώσεων, που έχει μελετήσει ο συγγραφέας, είναι αρκετές και σημαντικές :
Το πρώτο σημείο, που παρουσιάζει ενδιαφέρον, είναι οι πολιτικές συγκυρίες της κυκλοφορίας των αποσυρθέντων βιβλίων. Ενώ κατά κανόνα αποφασίστηκαν, ανατέθηκαν και γράφτηκαν σε περιόδους πολιτικών τομών, όταν τα εκπαιδευτικά διακυβεύματα συναντήθηκαν με γενικότερα προοδευτικά πολιτικά αιτήματα (υπενθυμίζω τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, που επιχείρησαν οι κυβερνήσεις Βενιζέλου και Γ. Παπανδρέου, και τα οπωσδήποτε πιο περιορισμένα ανοίγματα της κυβέρνησης Σημίτη λ.χ. στο ζήτημα των ταυτοτήτων), στην πραγματικότητα διανεμήθηκαν ή εκτυπώθηκαν για διανομή στα σχολεία υπό διαφορετικό κυβερνητικό καθεστώς (από φιλοβασιλική κυβέρνηση τα «Ψηλά Βουνά», από κυβέρνηση αποστατών το βιβλίο του Καλοκαιρινού, από την ίδια κυβέρνηση Σημίτη αλλά με διαφορετικό Υπουργό Παιδείας η Ιστορία του Κόκκινου και από κυβέρνηση ΝΔ το βιβλίο της Ρεπούση). Συνεπώς ένα πρώτο κοινό στοιχείο που αναδεικνύεται, είναι οι επελθούσες στο μεταξύ αλλαγές των πολιτικών συσχετισμών, ως ένα βαθμό και ως αποτέλεσμα αυτής καθεαυτής της διαμάχης για τα βιβλία, και η αντίστοιχη επιδείνωση του πολιτικού κλίματος για τους συγγραφείς και τους υποστηρικτές των βιβλίων.
Το δεύτερο σημείο, που πρέπει να προσέξουμε, είναι η σύνθεση και η δυναμική των αντίπαλων στρατοπέδων σε κάθε διαμάχη. Ενώ, σε όλες τις περιπτώσεις, το στρατόπεδο των υποστηρικτών των βιβλίων περιλάμβανε διανοούμενους υψηλού κύρους (τα «Ψηλά Βουνά» τον Γληνό, τον Δελμούζο, τον Παλαμά, το μετέπειτα στέλεχος του ΚΚΕ Δημητράτο και πολλούς ακόμα, η Ιστορία του Καλοκαιρινού τον Παπανούτσο και τον Κακριδή, το βιβλίο του Κόκκινου την συντριπτική πλειοψηφία των διανοούμενων της Κυπριακής Αριστεράς και η Ιστορία της Ρεπούση τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων ιστορικών επιστημόνων) εν τούτοις το στρατόπεδο των αντιπάλων εκτός από την υποστήριξη των εκάστοτε δεξιών πολιτικών κομμάτων ή συντηρητικών θεσμών, όπως η Εκκλησία και η Ακαδημία Αθηνών, κέρδισε κάτι ακόμα πιο σημαντικό : τη μάχη της Κοινής Γνώμης. Η Κοινή Γνώμη, όπως διαμορφώνεται από πολιτικές και πολιτιστικές ηγεσίες, από τοπικούς θεσμούς, από τα Μέσα Ενημέρωσης και πλέον και το Διαδίκτυο, όλα αυτά χωρίς κατά κανόνα επιστημονικές αξιώσεις αλλά με λαϊκή διεισδυτικότητα και ικανότητα να κινητοποιούν το συναίσθημα υπέρ των ήδη διαμορφωμένων κοινών τόπων.
Και τα κοινά στοιχεία συνεχίζονται : Ενώ η πλευρά των πολεμίων ήταν κατά κανόνα αρραγής και στις 4 περιπτώσεις και συσπείρωσε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, το σύνολο του συντηρητικού κόσμου, στον αντίποδα το προοδευτικό (με ή χωρίς εισαγωγικά) στρατόπεδο παρουσίασε κρίσιμες διαρροές, που προσχώρησαν στο αντίπαλο. Στα «Ψηλά Βουνά» ήταν η Γαλάτεια Καζαντζάκη και η Πηνελόπη Δέλτα, στην Ιστορία του Καλοκαιρινού οι πρώην μαρξιστές Σάββας Κωνσταντόπουλος και Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου - στη συνέχεια σταδιοδρόμησαν και οι δύο ως οργανικοί διανοούμενοι και στελέχη της χούντας-, στο βιβλίο του Κόκκινου ο επίσης προερχόμενος από την Αριστερά Καραμπελιάς και το περιοδικό «Άρδην» ενώ σ’ αυτή την περίπτωση κρίσιμη ήταν και η δημόσια σιωπή του ΚΚΕ και τέλος στην περίπτωση Ρεπούση εναντίον του βιβλίου τάχθηκε και το ΚΚΕ και το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ και επίσης ένα μικρό μέρος του τότε ΣΥΡΙΖΑ αλλά από την άλλη η πλειοψηφία των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Τέλος αυτοί οι συγκεκριμένοι συσχετισμοί, που ήταν σαφώς δυσμενέστεροι από τους γενικούς πολιτικούς,  ανάγκασαν τους υποστηρικτές των βιβλίων σε αμυντική στάση, μερικές φορές ακόμα και σε δημόσια ουδετερότητα, και συχνά σε τακτικές απάντησης όχι στο κύριο αλλά στα δευτερεύοντα, δηλ. «πέταγμα της μπάλας στην εξέδρα». Λ.χ. στην επίθεση της Γαλάτειας Καζαντζάκη οι υποστηρικτές απέδωσαν ιδιοτέλεια επειδή είχαν απορριφθεί τα δικά της βιβλία, και ο Δελμούζος το 1919 και ο Παπανούτσος το 1965 ισχυρίστηκαν ότι ο πραγματικός στόχος της επίθεσης είναι η δημοτική γλώσσα, στις σύγχρονες διαμάχες προβλήθηκαν οι παιδαγωγικές αρετές των βιβλίων κλπ. Εν ολίγοις λίγες ήταν οι φορές, που οι υποστηρικτές των βιβλίων τόλμησαν να αντιπαρατεθούν ευθέως στον κανόνα του Παπαρρηγόπουλου. Αυτή η τελευταία διαπίστωση μας οδηγεί πίσω στον Αντόνιο Γκράμσι και στην έννοια της «ηγεμονίας». Όπως συνοψίζει ο συγγραφέας, το στρατόπεδο των πολεμίων κέρδισε σε όλες τις περιπτώσεις την ιδεολογική ηγεμονία στη δημόσια σφαίρα, πράγμα που οδήγησε και στην επικράτηση στο επίπεδο των διοικητικών αποφάσεων αλλά και στην εμπέδωση του κανόνα στα βιβλία, που αντικατέστησαν τα αποσυρθέντα.
Το ερευνητικό υπόβαθρο του βιβλίου, που κινείται στο πεδίο των επιστημονικών εξειδικεύσεων του συγγραφέα, είναι αυτό που θα περιμέναμε, όσοι γνωρίζουμε καλά τον Χάρη Αθανασιάδη : Εξαντλητική τεκμηρίωση με έντυπα και βιβλία της εποχής, διανοητικός κάματος πίσω από κάθε έννοια και διασταύρωση πίσω από κάθε στοιχείο και ακόμα προσπάθεια εξήγησης και έντιμης παρουσίασης των επιχειρημάτων και των δύο πλευρών της κάθε διαμάχης. Ο ίδιος προσωπικά δεν είναι ουδέτερος ακολουθεί όμως ευλαβικά τον κανόνα του αείμνηστου Φίλιππου Ηλιού ότι «τον ιστορικό τον θέλει η επιστήμη του «άπολι», νηφάλιο και απροκατάληπτο μελετητή των πραγματικοτήτων», που οφείλει επαγγελματισμό, επιστημονική αυστηρότητα και στάση κριτικού παρατηρητή. Θα πιστώσω όμως στο βιβλίο ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη : το άμεσο και κατανοητό γράψιμο (θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω «δημοσιογραφικό» από την άποψη της γενικής απεύθυνσης), τις δόσεις χιούμορ, όπου χρειάζονται, και γενικά την αφομοίωση της αρχής ότι ο καλός ιστορικός είναι πάντα και καλός παραμυθάς, γνωρίζει δηλαδή και πώς να αφηγηθεί μια ιστορία (εν προκειμένω με ι μικρό).
Οι τελευταίες μου σκέψεις εκτείνονται πέραν του βιβλίου και αφορούν το χάσμα μεταξύ ακαδημαϊκής και δημόσιας - και επομένως και σχολικής - Ιστορίας στη σημερινή Ελλάδα. Την απάντηση δηλαδή στο ερώτημα, πώς δηλαδή οι σύγχρονες κατακτήσεις της ιστορικής επιστήμης θα βγουν από το στενό κλοιό των Πανεπιστημίων και των επιστημονικών συνεδρίων, πώς η Ιστορία ως ανοιχτή «γνώση» και όχι ως κλειστή «ταυτότητα» θα γίνει κτήμα της ελληνικής κοινωνίας, πώς θα αντιστραφεί η σημερινή εικόνα της άγνοιας και της δημαγωγίας. Και δεν εννοώ μόνο τη μεγάλη εμβέλεια των ακροδεξιών τηλε-πλασιέ τύπου Λιακόπουλου και Άδωνι Γεωργιάδη αλλά και στην επιρροή των λεγόμενων «σοβαρών» εθνικιστών (δανείζομαι τον χαρακτηρισμό από τη «σοβαρή» Χρυσή Αυγή), ένα ζήτημα, που δεν αφορά μόνο το παρελθόν αλλά, κατά τα προεκτεθέντα, εξίσου το παρόν και το μέλλον.
Ίσως εδώ να μας είναι ακόμη πιο χρήσιμη η κληρονομιά του Φίλιππου Ηλιού. Σας υπενθυμίζω ότι ο Ηλιού ήταν από τους πρώτους, που διέγνωσε το 1992 πως η ελληνική στάση απέναντι στη Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν ήταν ένα απλό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ, που θα επιδρούσε στις αξίες, στον ιδεολογικό προσανατολισμό και στον χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, που άλλαξε τελικά σε μεγάλο βαθμό την βασική πηγή αναφοράς και νομιμοποίησης της μεταπολίτευσης, αντικαθιστώντας τον «λαό» με το «έθνος», που έφτασε στο σημείο όχι μόνο να διασύρει αλλά ακόμα και να ποινικοποιήσει την αντίθετη άποψη. Ο Ηλιού, συνδυάζοντας ιδανικά την επιστημονική αμεροληψία με την πολιτική μεροληψία και στράτευση και ακολουθώντας πιστά το πρόταγμα «όποιος θέλει να είναι αντι-εθνικιστής αντιπαλεύει πρώτα τον εθνικισμό της δικής του χώρας και όχι των γειτονικών», πρωτοστάτησε στην υπογραφή του περίφημου κειμένου των «169» διανοουμένων, που αποτέλεσε το πρώτο ανάχωμα στην εθνικιστική υστερία της εποχής εκείνης.
Οι πιο πολλοί/ές σ’ αυτή την αίθουσα δεν γνωρίζετε ίσως ότι το κείμενο αυτό το έχουμε υπογράψει και οι δύο σημερινοί παρουσιαστές του βιβλίου, ότι στα Γιάννενα διοργανώθηκε μια από τις πρώτες, ίσως και η πρώτη δημόσια αντι-εθνικιστική εκδήλωση τον Απρίλιο του 1992, ότι όσοι το υπογράψαμε πληρώσαμε το τίμημα των προσωπικών επιθέσεων και ότι στα Γιάννενα διευρύναμε τον κύκλο των υποστηρικτών του κειμένου με ένα δεύτερο κύμα δημόσιων υπογραφών.
Νομίζω ότι αυτό το προηγούμενο δείχνει το δρόμο για την κοινωνική ευθύνη των επιστημόνων, των ιστορικών - αλλά όχι μόνο αυτών. Στις μέρες μας, που η αντιρατσιστική νομοθεσία χρησιμοποιείται για να διωχθεί ποινικά ο Καθηγητής Ρίχτερ για τις απόψεις του, ανεξάρτητα αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί του, αλλά όχι και ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων για τις δημόσιες ύβρεις του, που το «εθνικό σπορ του διασυρμού» γνωρίζει νέες μέρες δόξας, που η κατασκευή της σύγχρονης εθνικοφροσύνης περνάει μέσα από τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «εθνομηδενιστές» (ή μήπως τελικά αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είναι και τόσο νέος αλλά έρχεται από το σκοτεινό παρελθόν της παλιάς εθνικοφροσύνης ;), η μόνη απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η τεκμηριωμένη κατάρριψη ανορθολογικών μύθων και στερεοτύπων, η εκλαϊκευση της ιστορικής γνώσης ακόμα και με δημόσια μαθήματα εκτός Πανεπιστημίου, και εν κατακλείδι η διεκδίκηση δημόσιας φωνής και δημόσιου ρόλου από τους Έλληνες ιστορικούς. Το βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη ανταποκρίνεται, και με το παραπάνω, στις ανάγκες αυτές ! βιβλίο (1850), ούτε είχε αρχίσει να διεκδικεί τη Μακεδονία το ελληνικό κράτος ούτε είχε επικρατήσει η θεωρία του Παπαρρηγόπουλου.
Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν είναι μόνο ο γειτονικός εθνικισμός που "κατασκεύασε" την Ιστορία ανάλογα με τις επιδιώξεις του, έχει προηγηθεί ο ελληνικός ! Φανταστείτε μόνο τί επρόκειτο να γίνει, αν γραφόταν σήμερα στα σχολικά εγχειρίδια ένα τέτοιο πράγμα !
Γιάννενα 14-12-2015
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ βιβλίο (1850), ούτε είχε αρχίσει να διεκδικεί τη Μακεδονία το ελληνικό κράτος ούτε είχε επικρατήσει η θεωρία του Παπαρρηγόπουλου.
Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν είναι μόνο ο γειτονικός εθνικισμός που "κατασκεύασε" την Ιστορία ανάλογα με τις επιδιώξεις του, έχει προηγηθεί ο ελληνικός ! Φανταστείτε μόνο τί επρόκειτο να γίνει, αν γραφόταν σήμερα στα σχολικά εγχειρίδια ένα τέτοιο πράγμα !

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Λάμπρου Φλιτούρη "Αποικιακές αυτοκρατορίες"

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΛΑΜΠΡΟΥ ΦΛΙΤΟΥΡΗ «Αποικιακές αυτοκρατορίες»
(εκδ. «Ασίνη»)
 
 
  Παρουσιάζουμε σήμερα ένα εκπαιδευτικό κατά βάση εγχειρίδιο. Ο Λάμπρος Φλιτούρης  έχει συγκεντρώσει τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του, έχει συμπληρώσει τη βιβλιογραφία και έχει αναπτύξει παραπάνω κάποια κεφάλαια. Σπεύδω προκαταβολικά να πω πως λυπάμαι, που δεν είχα την τύχη να διδαχτώ ένα τέτοιο εγχειρίδιο είτε στο σχολείο είτε αργότερα. Πολλές από τις στρεβλώσεις και τις ανοησίες, που κυκλοφορούν ασύδοτα στην πιάτσα, οφείλονται στον κακό, επιφανειακό και κατά βάση χρονολογικό, τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, τουλάχιστον αυτό που εγώ είχα την ευκαιρία να γνωρίσω.
  Αντίθετα ο συγγραφέας συστηματοποιεί και κατηγοριοποιεί, αναδεικνύει ένα θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης και ερμηνείας των γεγονότων, χωρίς βεβαίως να λείπουν και τα ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα και θεωρητική ενασχόληση με τα ζητήματα, που ανοίγει το βιβλίο. Είναι κατά την άποψή μου πολύ σημαντικό ότι, εκτός από Σύγχρονη Ιστορία, ο Φλιτούρης έχει σπουδάσει και Ιστορία Διεθνών Σχέσεων, την επιστήμη δηλαδή που μελετάει διαχρονικά το διεθνές σύστημα και τη σχέση συνεννόησης ή αντιπαράθεσης των υποκειμένων του, βασικά των κρατών, μεταξύ τους. Αυτό κατά τη γνώμη μου δίνει βάθος στην οπτική του και αναδεικνύει τη σημασία των διεθνών συμφωνιών στην ανάπτυξη του αποικιακού φαινομένου (από τη συνθήκη του Τορντεσίγιας το 1494, που έθεσε τα όρια μεταξύ της αποικιακής ανάπτυξης των Ισπανών και των Πορτογάλων,  μέχρι το συνέδριο του Βερολίνου το 1884, που μοίρασε την Αφρική) αλλά και των διεθνών συνδιασκέψεων στην εξέταση της υποχώρησής του.
  Ξεκινάω με ένα βασικό ερώτημα, με το οποίο καταπιάνεται στην αρχή ο συγγραφέας «Γιατί να ασχολείται ένας Έλληνας ιστορικός με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και να μην αρκούμαστε στη μετάφραση ενός ξενόγλωσσου εγχειριδίου προκειμένου να διδάξουμε το συγκεκριμένο διδακτικό αντικείμενο». Νομίζω ότι η απάντηση που δίνει, είναι εύλογη, δεν υπάρχει όριο ανάμεσα στα «εθνικά» και «διεθνή» θέματα, πολύ περισσότερο που η ιστορία της αποικιοκρατίας φωτίζει την παγκόσμια ιστορία των τελευταίων 5 αιώνων. Ούτε εξάλλου η ελληνική ιστορία στερείται συσχετισμών με το ιμπεριαλιστικό φαινόμενο, για τους οποίους θα αναφερθώ και στη συνέχεια.
  Εξάλλου η ιστορία της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού είναι ουσιαστικά ένας τρόπος να δούμε όλη την παγκόσμια ιστορία των τελευταίων αιώνων. Η εδαφική και οικονομική επέκταση κυρίως – αλλά όχι μόνο - της Ευρώπης, η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών, των παζαριών και των διευθετήσεων αλλά και η υποχώρησή της έχει καθορίσει την εξέλιξη και τη σημερινή μορφή του πλανήτη. Για να δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς τον αποικιακό ανταγωνισμό, ο οποίος υπήρξε μια από τις βασικές αιτίες για το ξέσπασμά του. Και η διαπίστωση αυτή δεν γίνεται μόνο από τη σκοπιά των νικητών αλλά και από αυτή των ηττημένων της Ιστορίας, των πρώην αποικιοκρατούμενων λαών. Ένας ολόκληρος επιμέρους επιστημονικός κλάδος, που ονομάζεται «μετααποικιακή θεωρία» ή «μετααποικιακές σπουδές» και στοχεύει στην αποδόμηση της ευρωκεντρικής αντίληψης και στην ανάδειξη της φωνής των φιμωμένων υποτελών, συγκροτήθηκε, όπως εξάλλου φανερώνει και η ονομασία του, με άξονα το αποικιακό φαινόμενο. Το ιδρυτικό κείμενο αυτής της θεωρίας γράφτηκε το 1978 και είναι ο «Οριενταλισμός» του Παλαιστίνιου διανοούμενου Εντουάρντ Σαϊντ, για τον οποίο θα έχω την ευκαιρία να πω και στη συνέχεια.
  Γιατί όμως δεν χρησιμοποιούμε ένα αλλά δύο όρους, συνηθισμένους ούτως ή άλλως στο καθημερινό πολιτικό μας λεξιλόγιο ; Άραγε πόσο ταυτίζονται και πόσο διαφέρουν οι έννοιες «αποικιοκρατία» & «ιμπεριαλισμός» ; Και εάν η πρώτη έννοια είναι λίγο-πολύ συμφωνημένη σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό της (βεβαίως όχι απόλυτα σωστά, γιατί υπάρχουν πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους φάσεις της αποικιοκρατίας με διαφορετικά χαρακτηριστικά η καθεμία), η δεύτερη εξακολουθεί και σήμερα να γεννάει πολλά θεωρητικά και πολιτικά ερωτήματα. Όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας, παρότι η πατρότητα του όρου αποδίδεται στον Βρετανό οικονομολόγο Χόμπσον (1902), στη διάρκεια του 20ου αιώνα έχουν κυριαρχήσει οι μαρξιστικές θεωρίες ανάλυσης του φαινομένου. Και σας θυμίζω ότι οι της μαρξιστικής παιδείας μετέχοντες μάθαμε παιδιόθεν ότι «ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού». Προσπερνάω το σχόλιο ότι κατά τον Λένιν σε αυτό το ανώτερο στάδιο ο καπιταλισμός σαπίζει γρήγορα, γιατί μάλλον αποδείχτηκε «όχι και τόσο γρήγορα», για να διατυπώσω κάποια άμεσα ερωτήματα, στα οποία αναφέρεται σύντομα και ο Φλιτούρης. Υπάρχει άραγε ιμπεριαλισμός και πριν από το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού ή ακόμα και πριν από τον καπιταλισμό ; ΄Η μήπως η χρονολόγηση του καπιταλισμού ως συνδεδεμένου με τη βιομηχανική επανάσταση, το εθνικό κράτος και την επιθετική αποικιοκρατία του 19ου αιώνα είναι εσφαλμένη, όπως υποστηρίζουν οι Μηλιός – Σωτηρόπουλος στο επίσης πρόσφατο βιβλίο τους «Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση» ;  Μπορεί να υπάρξει θεωρία του ιμπεριαλισμού γενικά, η οποία να υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής μαρξιστικής του πρόσληψης ; Ποιά είναι η σχέση του Ι. όχι μόνο με την αποικιοκρατία αλλά και με άλλες νεώτερες έννοιες, όπως για παράδειγμα αυτή της «αυτοκρατορίας», που έχουν εισηγηθεί οι Χαρντ και Νέγκρι ;
  Για να μην επεκταθούμε όμως στη θεωρητική συζήτηση, θα περιοριστώ λοιπόν να εκθέσω το εννοιολογικό πλαίσιο, που δέχεται ο συγγραφέας, ότι δηλαδή, παρά τα διαφορετικά χαρακτηριστικά, είναι δυνατή η ενιαία εξέταση της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και έξω από τα αυστηρά χρονικά όρια του «κλασσικού» ιμπεριαλισμού, από τα μέσα του 19ου αιώνα. Όπως ο ίδιος γράφει «Η παράθεση των κινήτρων άσκησης ιμπεριαλιστικών πολιτικών ανά περίοδο φανερώνει σημαντικές και δομικές ομοιότητες». Παρ’ όλα αυτά βλέπετε ότι δυσκολευόμαστε όλοι να ονομάσουμε «ιμπεριαλιστικές» τις εκστρατείες των Ισπανών κονκισταδόρες. Βλέπετε ότι το γλωσσικό μας αίσθημα αντιστέκεται και αυτό δικαιολογεί την παράλληλη χρήση των όρων και από τον Φλιτούρη και από άλλους πολλούς. Από την άλλη πλευρά βεβαίως έχουμε την εμφάνιση νέων όρων, όπως «αποικία χρέους» κλπ.
  Ας έχουμε πάντως υπόψη ότι τη θεωρία δεν πρόκειται να την αποφύγουμε. Ήδη το να επισκοπήσουμε όλα τα στάδια της αποικιακής-ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης και υποχώρησης μας βάζει μπροστά σε μια σειρά από σύνθετα θεωρητικά αλλά και πολιτικά ζητήματα, που απαιτούν μεγάλη σοβαρότητα και εμβρίθεια.
  Η εξέταση του αποικιακού φαινομένου, που φέτος συμπληρώνει ακριβώς 6 αιώνες, αν δεχτούμε βεβαίως την άποψη του συγγραφέα, που ορίζει ως γενέθλια πράξη της νεώτερης ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας την κατάληψη της Θέουτα στη μαροκινή ακτή, απέναντι από το Γιβραλτάρ, από τους Πορτογάλους το 1415 (είναι ενδιαφέρον ότι η Θέουτα εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι ισπανικό, δηλ. υπό μία έννοια αποικιοκρατούμενο, έδαφος και μάλιστα έχει κατασκευαστεί και εκεί φράχτης προκειμένου να εμποδίσει την είσοδο μεταναστών και προσφύγων στο ισπανικό έδαφος – βλέπετε την ειρωνεία της Ιστορίας, οι ροές των ανθρώπων έχουν αντίστροφη πορεία στις μέρες μας) χωρίζεται σε ορισμένες μεγάλες, όχι μόνο χρονικές αλλά και εννοιολογικές, ενότητες :
 - τις μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα, αρχικά των Ισπανών και των Πορτογάλων και στη συνέχεια των Βρετανών, των Γάλλων και των Ολλανδών με κατεύθυνση κυρίως την αμερικανική ήπειρο και βασικά χαρακτηριστικά την προμήθεια κεφαλαίων, κατά βάση από τους πολύτιμους λίθους και το δουλεμπόριο, και την επιδίωξη της εμπορικής κυριαρχίας
 -  το πρώτο κύμα αποαποικιοποίησης στην αμερικανική ήπειρο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα με υπόδειγμα την αμερικανική επανάσταση και υποκείμενα τους πρώην λευκούς αποίκους (ο Φλιτούρης σχολιάζει αυτή την πρώτη απο-αποικιοποίηση ως «οικογενειακή υπόθεση»)
 - την αποικιακή φρενίτιδα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα και προς την Ασία αλλά κυρίως προς την Αφρική με δεσπόζοντα το ρόλο της Βρετανίας και με μια σειρά ευρωπαίων πρωταγωνιστών πρώτης και δεύτερης γραμμής, όπου αναδεικνύεται ο στόχος όχι μόνο της προμήθειας πρώτων υλών και εργατικών χεριών αλλά και του ανοίγματος νέων καταναλωτικών αγορών για την απορρόφηση των προϊόντων της μητρόπολης και ακόμα η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων μέσα από το σχήμα των «αποικιακών εταιριών» 
 - την ανάδειξη νέων παιχτών, εκτός Ευρώπης, στο αποικιακό παιγνίδι, όπως οι ΗΠΑ με τη λεγόμενη «διπλωματία του δολλαρίου» αλλά και με τη δύναμη των όπλων, η Ιαπωνία αλλά και η τσαρική Ρωσία με την ιδιόμορφη επέκτασή της στην Ασία, και στην έρημη Σιβηρία αλλά και στο Τουρκεστάν, τη μουσουλμανική δηλ. Κεντρική Ασία)
 - τη χρονικά περιορισμένη ανανέωση της αποικιοκρατίας μετά από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το σύστημα των εντολών, στο οποίο σπεύδουν να συμμετάσχουν ακόμα και πρώην βρετανικές αποικίες (π.χ. η Νότια Αφρική)
 - την κρίση της αποικιοκρατίας με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη ραγδαία διαδικασία της αποαποικιοποίησης σε Ασία, Ωκεανία και κυρίως Αφρική με ορόσημα από τη σκοπιά των διεθνών σχέσεων τη διάσκεψη της Μπαντούγκ, στην πρώην ολλανδική Ινδονησία, το 1955, την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 1960 και την Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη της Αβάνας το 1966 (για να αντιληφθούμε το μέγεθος της αλλαγής του παγκόσμιου χάρτη αρκεί να αναφέρουμε ότι από 10 αποικιακές αυτοκρατορίες έχουν αναδυθεί περί τα 120 ανεξάρτητα κράτη). Σημαντικός εδώ είναι ο ρόλος των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και των επαναστάσεων (ως πιο σημαντικές ας αναφέρουμε το κίνημα των Βιετμίνχ στη γαλλική Ινδοκίνα, τη «μη βίαιη» ανυπακοή του Γκάντι στην Ινδία, την Αλγερινή Επανάσταση καθώς και τα κινήματα στην Κένυα και το βελγικό Κογκό), όπως σημαντική είναι η επιρροή διεθνών ιδεολογικών ρευμάτων, όπως ο παναφρικανισμός, ο παναραβισμός, ο γκεβαρισμός, από την κληρονομιά του Τσε Γκεβάρα κλπ.
 - Και ας προσθέσουμε τη σημερινή περίοδο, όπου, χωρίς φυσικά να απουσιάζουν και τα στρατιωτικά μέσα, όχι μόνο από τις μεγάλες δυνάμεις αλλά μερικές φορές και από πρώην αποικίες, η αποικιοκρατία αναβιώνει κυρίως με οικονομικές μεθόδους, η εξάρτηση διαιωνίζεται μέσα από τον προσεταιρισμό των κυρίαρχων ελίτ των πρώην αποικιών και η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων θεσμών και πολιτικών και των πολυεθνικών εταιριών δημιουργεί και αναπαράγει τις συνθήκες ανισότητας και εκμετάλλευσης. Ξέρουμε όλοι πόσο έχουν διακριθεί οι ΗΠΑ και οι αμερικάνικες πολυεθνικές σ’ αυτό τον τομέα, ασφαλώς δεν είναι οι μόνες και ας μη μας διαφεύγει ο ειδικός ρόλος της Κίνας την τελευταία δεκαετία.
  Σ’ αυτούς τους 6 αιώνες αποικιοκρατίας η μορφή του κόσμου άλλαξε ριζικά. Για τους αυτόχθονες πληθυσμούς των αποικιών αυτό σήμαινε φυσικά βάσανα και αίμα, φτώχεια και πολιτιστική καταστροφή, αλλά και γνώση και επικοινωνία με τις ιδεολογίες της κοινωνικής χειραφέτησης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι συντηρητικές θεωρίες για την αποικιοκρατία, αυτές που αναδεικνύουν «θετικές» πτυχές, όπως οι βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού κλπ. επιστρέφουν στις μέρες μας με τις ευλογίες ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Και οι μητροπόλεις όμως αλλάζουν ριζικά. Η ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης, οι νέες επιστήμες, με πρώτη τη Γεωγραφία, τα νέα μέσα συγκοινωνίας, τα πνευματικά και καλλιτεχνικά κινήματα, οι συλλογικές νοοτροπίες και οι μόδες διαμορφώνονται από την επαφή με τον «άλλο». 
  Έχει άραγε νόημα να μαθαίνουμε και να μελετάμε αυτή την ιστορία ; Μπορεί με άλλα λόγια η κληρονομιά της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού να εξηγήσει τη σημερινή διεθνή κατάσταση, τις στρατιωτικές και οικονομικές συγκρούσεις, τα προσφυγικά ρεύματα κλπ. Θα συνεισφέρω στη συζήτηση με 4 παραδείγματα, που σχετίζονται και τα 4 με τη μεγαλύτερη ζώνη αστάθειας στον πλανήτη, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία αλλά και μ’ ένα μεγάλο παράγοντα αστάθειας το ριζοσπαστικό Ισλάμ.
 - Για το πρώτο παράδειγμα θα αξιοποιήσω την οπτική του Ε. Σαϊντ, τον οποίο και ήδη μνημόνευσα. Θα προσθέσω ότι έζησε όλη του τη ζωή εξόριστος, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ως αμερικανός πολίτης υπήρξε ο μεγαλύτερος εχθρός της ιμπεριαλιστικής τους πολιτικής, δεν υπήρξε όμως ποτέ αντι-δυτικός και μάλιστα συγκρούστηκε και με το κατεστημένο του αραβικού κόσμου. Όπως ο ίδιος το έθετε «μαχόταν υπέρ μιάς ανεξάρτητης Παλαιστίνης, ώστε να αναλάβει επιτέλους το ρόλο του ως διανοούμενος, το ρόλο του κριτικού απέναντι στο έθνος – κράτος». Θα  επικαλεστώ λοιπόν μια συνομιλία του Σαϊντ με τον Ταρίκ Αλή, ένα μαρξιστή (τροτσκιστή για την ακρίβεια) ακτιβιστή και διανοούμενο με πακιστανική καταγωγή, όπως ο τελευταίος την παραθέτει στη νεκρολογία του για τον Σαϊντ (δημοσιεύθηκε το 2003 στο New Left Review). Σ’ αυτή λοιπόν τη συνομιλία υποστηρίζει ο Αλή ότι το 1917 είναι η χρονιά - ορόσημο του 20ου αιώνα, εννοώντας βεβαίως λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης. Συμφωνώ, απαντάει ο Σαϊντ, αλλά για διαφορετικό λόγο, τη διακήρυξη του Μπάλφουρ, με την οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά η υπόσχεση για ίδρυση εβραϊκού κράτους. Με όλες τις τελευταίες εξελίξεις δεν είμαι σίγουρος ούτε για την τελική γνώμη του Ταρίκ Αλή.
 - Το δεύτερο παράδειγμα σχετίζεται με τις σημερινές συγκρούσεις στο Ιράκ και τη Συρία, οι οποίες ασφαλώς εντάθηκαν με τις ιμπεριαλιστικές «σταυροφορίες» των Μπους πατρός και υιού αλλά προϋπήρχαν ως προβλήματα και σίγουρα εξακολουθούν να υπάρχουν και έχουν πάρει νέα μορφή μετά από την απαγκίστρωση των αμερικανικών δυνάμεων. Αναρωτιόμαστε όλοι, γιατί τα κράτη της Μέσης Ανατολής να έχουν ετερογενείς πληθυσμούς, γιατί να υπάρχουν και Σουνίτες και Σιϊτες και Κούρδοι και στο Ιράκ και στη Συρία, γιατί να μην είναι πιο ομοιογενή και με λιγότερες συγκρούσεις, γιατί τέλος να μην υπάρχει ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Η απάντηση στα ερωτήματα βρίσκεται στα σύνορα, που χάραξε ο ιμπεριαλισμός μετά από το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.  Η γραμμή Σάϊκς – Πικώ από τα ονόματα των Υπουργών Εξωτερικών της Βρετανίας και της Γαλλίας μοίρασε τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και έδωσε στη Συρία καθεστώς γαλλικής εντολής και στο Ιράκ βρετανικής. Εκεί βρίσκεται η ρίζα των σημερινών συγκρούσεων, εκεί βρίσκεται η αιτία της δημοτικότητας του ISIS στους σουνιτικούς πληθυσμούς.
 - Ακόμα πιο εμφατικό είναι το τρίτο παράδειγμα, μιάς και οι τρομοκρατικές επιθέσεις του ISIS στο Παρίσι αλλά και στη Βηρυττό (γι’ αυτές τις τελευταίες βεβαίως δεν καταναλώνεται και πολλή δημοσιότητα) ρίχνουν βαρειά σκιά στη διεθνή ατμόσφαιρα και δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τον αποτροπιασμό μας για το υβρίδιο του ισλαμικού φασισμού. Τι είναι όμως ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός αν όχι μια κληρονομιά του ιμπεριαλισμού, παλιότερου και σημερινού ; Προσωπικά δεν ασπάζομαι τη συνωμοτική θεωρία ότι ο ISIS εξοπλίστηκε από τη CIA, αντίθετα οι ΗΠΑ υποστήριξαν άλλες οργανώσεις της συριακής αντιπολίτευσης.  Όμως δεν είναι δυνατό να αγνοήσουμε ότι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αντλεί την έμπνευσή του από την κριτική στο δυτικό ιμπεριαλισμό ενώ οι μαχητές του είναι κατά κύριο λόγο μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς μεγαλωμένοι είτε στις αποικιακές μητροπόλεις είτε στα σοβιετικά κρατίδια. Πόσο μπορεί να αποτελέσει λύση η στρατιωτικοποίηση των δυτικών κοινωνιών ή το κλείσιμο των συνόρων στους πρόσφυγες, που εξήγγειλε σήμερα ο Ολάντ ; Πόσο ο δυτικός και ο ισλαμικός φασισμός έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον  ;
  Ανοίγω στο σημείο αυτό μια παρένθεση με δύο σκέλη : το πρώτο αφορά την πιθανή σχέση των τρομοκρατικών επιθέσεων με τις στρατιωτικές εξελίξεις και συγκεκριμένα την κατάληψη της πόλης Σιντζάρ από τους Κούρδους μαχητές Πεσμεργκά. Πρόκειται για μια σημαντική στρατιωτική ήττα του ISIS, ίσως την πιο σημαντική από την εμφάνισή του, καθώς το Σιντζάρ βρίσκεται πάνω στον άξονα ανεφοδιασμού του, στη γραμμή Ράκκα – Μοσούλη. Αυτό σημαίνει ότι οι δυνάμεις του ISIS στη Συρία δεν μπορούν να επικοινωνήσουν εύκολα με εκείνες στο Ιράκ και ότι το μέτωπό του διασπάται. Είναι πολύ πιθανό η χρονική επιλογή των χτυπημάτων να μην είναι άσχετη με τις εξελίξεις στο πεδίο της μάχης. Στο δεύτερο σκέλος παραθέσω την ανακοίνωση του γαλλικού κόμματος της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (NPA) εναντίον των βομβαρδισμών, που σχεδιάζει η Κυβέρνηση Ολάντ : «Οι βομβαρδισμοί αυτοί που υποτίθεται ότι στοχεύουν το Ισλαμικό Κράτος, τους τζιχαντιστές τρομοκράτες, στην πραγματικότητα, και με την παρέμβαση των ρωσικών βομβαρδισμών, προστατεύουν το καθεστώς του κύριου υπαίτιου για το μαρτύριο του λαού της Συρίας, του δικτάτορα Άσαντ». Για να προσέξουμε λίγο ! Για την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής Αριστεράς το καθεστώς Άσαντ είναι στο αντι-ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και ο ISIS όργανο των ιμπεριαλιστών. Μήπως κάτι δεν πάει καλά με την ελληνική Αριστερά ;
 - Και μια και αρχίσαμε με την Αριστερά, το τελευταίο παράδειγμα αναφέρεται βεβαίως την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, δεν περιορίζεται όμως μόνον εκεί. Αφορά την αποικιακή κληρονομιά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να επισημάνει ότι, παρά την θετική επίδραση των αρχών του μαρξισμού στην εμφάνιση και ωρίμανση των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων στις αποικίες, από τη δεκαετία του 1960 έχει αρχίσει να εκδηλώνεται η εμφάνιση του σοβιετικού ιμπεριαλισμού με κορυφαία – και μοιραία – εκδήλωσή του την εισβολή στο Αφγανιστάν (ας θυμηθούμε ότι τη δεκαετία του ’70 γινόταν κακός χαμός στα ελληνικά πανεπιστήμια για την έννοια του «σοσιαλιμπεριαλισμού» και η σφοδρή σύγκρουση μεταξύ της ΚΝΕ και των μαοϊκών οργανώσεων αφορούσε κυρίως τις διεθνείς εξελίξεις και δευτερευόντως τις ελληνικές). Ωστόσο θεωρώ ότι και πριν από το 1960, παρά την ευφυή προσέγγιση του Λένιν «όποιος λαός θέλει μπορεί να αποχωρήσει από τη Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία» (η γνωστή διαφορά μεταξύ καταπιεσμένου και κυρίαρχου εθνικισμού – δέστε πως συνομιλεί ο Σαϊντ με αυτή την άποψη) και παρά τις διακηρύξεις του Συνεδρίου των λαών της Ανατολής το 1920 στο Μπακού, η αντιμετώπιση της τσαρικής εδαφικής κληρονομιάς από τον σταλινισμό έχει έντονα στοιχεία αποικιακής διαχείρισης. Από την οπτική γωνία του αποικιακού φαινομένου η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είναι η κατάρρευση της τελευταίας αποικιακής αυτοκρατορίας στον κόσμο και γι’ αυτό θεωρώ προοπτικά ατελέσφορη την προσπάθεια του Πούτιν να την επανασυστήσει, όπως εξάλλου απέτυχε και η προσπάθεια της Βρετανίας να ανανεώσει την αποικιακή αυτοκρατορία της μέσα από το σχήμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
  Το τελευταίο κεφάλαιο της παρουσίασής μου αφορά τη σύνδεση του ελληνικού χώρου με το ιμπεριαλιστικό φαινόμενο. Ήδη στον πρόλογο ο συγγραφέας επισημαίνει δύο παραμέτρους α) ότι ο ελληνικός χώρος υπήρξε πεδίο ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων άλλων δυνάμεων (ας θυμηθούμε την αγγλική - και όχι μόνο – παρουσία στα Επτάνησα, την ιταλική στα Δωδεκάνησα, και ακόμα καλύτερα το ρόλο του αμερικανικού παράγοντα στη νεώτερη ελληνική ιστορία) β) ότι το ζήτημα εάν η Ελλάδα υπήρξε ιμπεριαλιστική και αποικιακή δύναμη είναι διαφιλονικούμενο. 
  Επ’ αυτού του τελευταίου η άποψή μου είναι ότι ο Βενιζέλος και η ελληνική αστική τάξη διεκδίκησε ένα ρόλο και μάλιστα για να τον κατοχυρώσει δεν δίστασε να συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας εναντίον των μπολσεβίκων.
 Ας παρακολουθήσουμε λίγο τη χρονική ακολουθία των γεγονότων : 
 - Φεβρουάριος 1919 συμμετοχή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην εκστρατεία στην Ουκρανία
 - Αύγουστος 1920 συνθήκη των Σεβρών, με την οποία η Ελλάδα παίρνει εντολή στη ζώνη της Σμύρνης και δεν περιορίζεται μόνον εκεί
 - Σεπτέμβριος 1920 συνέδριο των λαών της Ανατολής στο Μπακού υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων και υποστήριξη του «αντιαποικιακού αγώνα» σε όλη την Ασία, της Τουρκίας συμπεριλαμβανόμενης
  Ας έχουμε λοιπόν υπόψη την οπτική όχι μόνο των Τούρκων, όχι μόνο των Μπολσεβίκων αλλά ολόκληρης της Αριστεράς της εποχής για τη Μικρασιατική εκστρατεία.
  Άφησα τελευταίο το Κυπριακό, που στην πρώτη του φάση είναι ένα κλασικό παράδειγμα αντιαποικιακού αγώνα, ο οποίος διευκολύνθηκε από τις διεθνείς εξελίξεις, που οδήγησαν στην εγκατάλειψη του μεσογειακού δρόμου από τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Η Βρετανία χάνει την Ινδία το 1948, χάνει το Σουέζ το 1958 και δεν έχει ισχυρούς λόγους να διατηρήσει την παρουσία της και γι’ αυτό την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1959 ακολουθεί η Μάλτα το 1964 και το Άντεν (Υεμένη) το 1967. Ωστόσο η ύπαρξη των δύο κοινοτήτων, όπως ακριβώς έγινε και στην Ινδία, δίνει πατήματα στην πρακτική του αποικιοκρατικού «διαίρει και βασίλευε», που βρίσκεται στη ρίζα των κατοπινών προβλημάτων, τα οποία βεβαίως τονίζονται και από τον ανταγωνισμό των «μητέρων πατρίδων» και τον Ψυχρό Πόλεμο.

Γιάννενα, 14-11-2015
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Όχι πιά στ' όνομά μας

   Η πολιτική μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ εκτός του χώρου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς κατά τη διάρκεια της ανάληψης και άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας είναι μια σταδιακή διαδικασία με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς και ασφαλώς όχι χωρίς αντιστάσεις. Ωστόσο η ψήφιση του Μνημονίου 3 από μια Κυβέρνηση, η οποία διεκδίκησε τον χαρακτηρισμό «πρώτη φορά Αριστερά», αποτελεί σημείο καμπής και τομής για τη διάψευση αυτού του χαρακτηρισμού.
 
  Μια κυβέρνηση, που υλοποιεί τον στραγγαλισμό των εισοδημάτων και της διαπραγματευτικής δύναμης της εργατικής τάξης και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, την εκποίηση του φυσικού πλούτου και την εμπορευματοποίηση του περιβάλλοντος, τη συνέχιση δηλαδή των μνημονιακών πολιτικών, είναι, αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τη ρητορική της αλλά ακόμα και από τις προθέσεις ορισμένων μελών της, μια κυβέρνηση στην υπηρεσία του κεφαλαίου.
  Αυτή η μείζων πολιτική στροφή έχει συνοδευτεί από την παραβίαση της δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος και από τον σχεδιασμό και την εξαγγελία αποφάσεων από ένα στενό επιτελείο ερήμην των αρμόδιων κομματικών οργάνων και των Οργανώσεων. Επιλέγοντας η ηγετική ομάδα του κόμματος τις αιφνιδιαστικές εκλογές ως μέσο «νομιμοποίησης», ακυρώνει ακόμη και τις συνεδριακές διαδικασίες (Έκτακτο Συνέδριο αντί Διαρκούς), τις οποίες υποτίθεται ότι η ίδια πρότεινε. Από την άποψη αυτή η άλλη μεγάλη ακύρωση αφορά στον χαρακτηρισμό «ΣΥΡΙΖΑ των μελών». Επισημαίνουμε ακόμη ότι το ίδιο τραυματικό έλλειμμα δημοκρατικής κομματικής λειτουργίας παρατηρείται και στα Γιάννενα.
  Επειδή παραμένουμε πιστοί στις αρχές, τις συνεδριακές θέσεις, το πρόγραμμα και την αγωνιστική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ, αρνούμαστε να υποστηρίξουμε τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ στη μνημονιακή του μετάλλαξη, στην οποία τον οδηγεί η ηγετική του ομάδα. Δηλώνουμε ότι αποχωρούμε από τις Οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό Ιωαννίνων και εκφράζουμε την διαθεσιμότητά μας για την οργάνωση των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων απέναντι στις ταξικές πολιτικές των μνημονίων και τη δικαίωση του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα.
Γιάννενα, 26 Αυγούστου 2015
1. Βαγγέλης Γαλάνης
2. Γιώργος Γιαννώρος, ΝΕ Ιωαννίνων
3. Νίκος Γκαϊντές
4. Πέτρος Γοδέβενος, ΝΕ Ιωαννίνων
5. Κώστας Δημητρίου
6. Άρης Ζαρίμπας
7. Λάζαρος Ζαχαράκης
8. Βασίλης Κίτσιος
9. Αλέκα Μαντζούτσου
10. Άλεξ Μπέγκα
11. Αποστόλης Μπιδέρης
12. Χρήστος Μπουκουβάλας
13. Καλλίνικος Νικολακόπουλος
14. Θάνος Οικονομίδης
15. Στέφανος Πανταζής
16. Γιάννης Παπαδημητρίου, Γραμματεία Τμ. Περιβάλλοντος ΚΕ
17. Μπάμπης Τουφίδης, Γραμματεία ΝΕ Ιωαννίνων
18. Γιώργος Φλώρος
19. Βάσω Φλώρου, Γραμματεία ΝΕ Ιωαννίνων

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Αναζητώντας τις ιστορικές αναλογίες

 

Αφίσα της Ουγγρικής Δημοκρατίας
των σοβιέτ (1919)
        Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις του τελευταίου μήνα έχουν οδηγήσει σε μια εργώδη αναζήτηση ιστορικών αναλογιών. Και αν το κυρίαρχο δίλημμα της συζήτησης είναι η επιλογή μεταξύ «Μπρεστ - Λιτόφσκ» και «Βάρκιζας», δεν έχουν λείψει οι αναφορές στη σφαγή της Μήλου ακόμα και στο σύμφωνο Ρίμεντροπ – Μολότοφ – στο τελευταίο κατά τη γνώμη μου άστοχα, γιατί επρόκειτο για μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία. Η δική μου προτίμηση, πάντα με την υπόμνηση ότι την ιστορία τη διαβάζει κανένας ανάλογα με την οπτική γωνία και τις προτεραιότητές του, είναι η σύγκριση με την Ουγγρική Δημοκρατία των συμβουλίων (σοβιέτ).
Στην ηττημένη Ουγγαρία του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου η συνειδητοποίηση του επικείμενου διαμελισμού της από τους νικητές των Βερσαλλιών, παρά τα 14 σημεία του Προέδρου Ουίλσον και τις διακηρύξεις για χάραξη συνόρων στη βάση της «αρχής των εθνοτήτων», προκάλεσε αναβρασμό, πτώση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό στις 21 Μαρτίου 1919 μιάς νέας, Κομμουνιστών – Σοσιαλδημοκρατών, με κεντρική φιγούρα τον κομμουνιστή Μπέλα Κουν, αν και δεν ανέλαβε ο ίδιος την πρωθυπουργία αλλά το υπουργείο εξωτερικών. Η κυβέρνηση, γνωστή και ως Δημοκρατία των Συμβουλίων, και μέτρα κοινωνικοποίησης εργοστασίων και διανομής της γης πήρε και νόμισμα έκοψε και φόρους στον πληθυσμό δεν επέβαλε. Παρ’ όλα αυτά υπέκυψε στην στρατιωτική πίεση των γειτόνων της, κυρίως της Ρουμανίας, και άντεξε μόλις 139 μέρες μέχρι την κατάληψη της Βουδαπέστης.
Ο Μπέλα Κουν είχε επεξεργαστεί και plan A, την επίκληση των αρχών του Ουίλσον και τον καθησυχασμό των ηγετών της Ειρηνευτικής Συνδιάσκεψης του Παρισιού, οι οποίοι βεβαίως τον αγνόησαν πλήρως, αλλά και plan Β, την στρατιωτική εισβολή των Μπολσεβίκων από τα ανατολικά στη Ρουμανία, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν, κάτω από το βάρος των δικών τους προβλημάτων, να την υλοποιήσουν.  Η Ουγγαρία διαμελίστηκε με τη συνθήκη του Τριανόν, χάνοντας το 1/3 των καθαρά μαγυάρικων πληθυσμών της, ενώ ο Μπέλα Κουν κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση, δραστηριοποιήθηκε στην Κομιντέρν και εκτελέσθηκε το 1938 στη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων, αφού πρόλαβε να φιλοξενηθεί και ένα χρόνο στο Γκουλάγκ.
Ποια είναι στ’ αλήθεια η κληρονομιά της Δημοκρατίας των σοβιέτ ;
α) Από τη σκοπιά των ουγγρικών εθνικών συμφερόντων το αποτέλεσμα ήταν σαφώς δυσμενέστερο του αρχικού, κυρίως επειδή η απληστία των νέων γειτόνων και κυρίως του παλιότερου, της Ρουμανίας, υποδαυλισμένη από τη Γαλλία, προχώρησε πέραν της αρχικά προβλεπόμενης γραμμής ανακωχής και βεβαίως νομιμοποιήθηκε εύκολα στην Ειρηνευτική Συνδιάσκεψη του Παρισιού έναντι ενός διεθνώς στοχοποιημένου αντιπάλου. Στη συνέχεια η Γαλλία ενθάρρυνε τον σχηματισμό της «μικρής Αντάντ» (Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία), η Ουγγαρία προσχώρησε στο αναθεωρητικό στρατόπεδο του Χίτλερ, ο οποίος της επέστρεψε, και με το παραπάνω, τα κατοικούμενα από ουγγρικούς πληθυσμούς εδάφη, αλλά στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου  βρέθηκε ξανά στην πλευρά των ηττημένων και δεν μπόρεσε να επωφεληθεί ούτε από τη μερική διόρθωση των εθνολογικών αδικιών των Βερσαλλιών εντός του σοσιαλιστικού στρατοπέδου (όταν π.χ. ο Στάλιν επέστρεψε τη Δοβρουτσά στη Βουλγαρία). Οι πολυπληθείς ουγγρικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες εξακολουθούν να είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης και όσοι πιστεύουν ότι το διεθνές πλαίσιο έχει αντιμετωπίσει οριστικά το πρόβλημα των δικαιωμάτων τους και της ομαλής συνύπαρξης, ας καταδεχτούν να ρίξουν μια ματιά στα επεισόδια στη διάρκεια των διεθνών ποδοσφαιρικών αγώνων.
β) Από τη σκοπιά των άμεσων πολιτικών εξελίξεων, μετά από την ήττα της σοβιετικής δημοκρατίας στην Ουγγαρία επικράτησε το ημιφασιστικό καθεστώς της αντιβασιλείας του Χόρτυ, που κυνήγησε απηνώς κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες και Εβραίους ενώ αργότερα έπεσε στην αγκαλιά του Χίτλερ.
γ) Από τη σκοπιά βεβαίως της σοσιαλιστικής προοπτικής, η Δημοκρατία των Συμβουλίων χαρακτηρίστηκε από μεγάλη κινητοποίηση του λαού, προοδευτικά μέτρα (χωρισμός κράτους – εκκλησίας κλπ.) και δημιουργικότητα, λειτούργησε σαν υπόδειγμα για δεκαετίες και θα τολμούσα να πω ότι επηρέασε ακόμα και την ουγγρική επανάσταση του 1956.
Οι αναλογίες της ουγγρικής Δημοκρατίας των σοβιέτ με τη σημερινή ελληνική κατάσταση ανιχνεύονται, πάντα κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο στο πολιτικό επίδικο και τα αποτελέσματα αλλά και στη διαδικασία (λ.χ. η διαρκής, συνεχιζόμενη ακόμα και σήμερα, επιδείνωση των όρων της «συμφωνίας» μετά από το δημοψήφισμα), κυρίως όμως σ’ αυτή τη ραγδαία εναλλαγή από την ασφυξία στην αγωνιστική ανάταση και από κει στην ήττα.
Προσωπικά, παρά τη συγκλονιστική κινητοποίηση του κόσμου των «από κάτω» στο δημοψήφισμα και τη μεγάλη πανευρωπαϊκή συμπαράσταση στο ελληνικό «Όχι», δυσκολεύομαι να διαβάσω το δημοψήφισμα και τη διαχείρισή του ως δύο διακριτές και αντίθετες μεταξύ τους διαδικασίες («νίκη του λαού» το πρώτο, «προδοσία η δεύτερη) και όχι ως μια ενιαία, που όχι μόνο έσφαλε στην εκτίμηση του διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων, κυρίως στο ζήτημα της τραπεζικής ρευστότητας, αλλά και τροποποίησε δυσμενέστατα τον εσωτερικό συσχετισμό σε βάρος των αριστερών ιδεών και της αριστερής πολιτικής στο σύνολό της. Το πιο απτό αποτέλεσμα είναι βεβαίως η πολιτική μετατόπιση της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ και του Προέδρου του αλλά ας μη μας διαφεύγουν ούτε το δημόσιο λυντσάρισμα των διαφωνούντων στελεχών ούτε η, μερική έστω, νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής ως «αντιστασιακής» και «αντισυστημικής» δύναμης και του Ποταμιού ως «σοβαρής» ούτε κυρίως η υποχώρηση κρίσιμων αξόνων της ατζέντας της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Είναι βεβαίως πρόωρη η πολιτική αποτίμηση αυτού του δραματικού μήνα Ιούλη και ασφαλώς ριψοκίνδυνη η αμφισβήτηση, «από τα αριστερά», του δημοψηφίσματος, στη μάχη του οποίου πολλοί και πολλές δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας. Οφείλουμε όμως, και στους εαυτούς μας και στους συντρόφους μας, τη μέγιστη δυνατή ειλικρίνεια και γενναιότητα.  
Ως κατακλείδα, ένας υποθετικός λόγος τρίτου είδους. Αν οι Μπολσεβίκοι είχαν εκπληρώσει την υπόσχεσή τους στον Μπέλα Κουν να επιτεθούν στη Ρουμανία, τα πράγματα ίσως να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση συμμάχων και αντιπάλων έχει πάντα τη μεγαλύτερη σημασία.

 

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015


Η αναστήλωση της γέφυρας της Πλάκας πρόκληση και ευκαιρία για τα Τζουμέρκα


Σκαρίφημα του Μ. Κορρέ για την παλιά ζημιά
στη γέφυρα (περιστροφή αξόνων κλπ.) λόγω
της ανατίναξης από τα ναζιστικά στρατεύματα

   Εκπροσωπώντας τον Σύλλογο Προστασίας Αράχθου, παρακολούθησα πρόσφατα την παρουσίαση των προμελετών του Πολυτεχνείου για την αναστήλωση της γέφυρας της Πλάκας όσο πιο πιστά στην αυθεντική της μορφή είναι δυνατό. Πρόκειται αναμφίβολα για μια σπουδαία συμβολή, καθώς στην εκπόνηση των μελετών ούτε λίγο ούτε πολύ ενεπλάκησαν, με επικεφαλής τον ακούραστο Μανώλη Κορρέ, 26 καθηγητές του Ιδρύματος και 40 άμεσοι συνεργάτες τους, πράγμα που από μόνο του αποτελεί γεγονός για τα δεδομένα της επιστημονικής συνεργασίας στη χώρα. Όπως ειπώθηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στην αίθουσα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας, εύστοχα όσο και χαριτωμένα, τόσοι πολλοί πανεπιστημιακοί δεν είχαν εμπλακεί ούτε στην κατασκευή της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου ! Υπογραμμίζω ακόμη την απόφαση του επιστημονικού προσωπικού του ΕΜΠ να μην εμπλακεί με έμμισθη σχέση στη διαδικασία της αναστήλωσης αλλά να βρίσκεται διαρκώς στη διάθεση αυτών που θα την αναλάβουν.

  Είναι νομίζω το ενδεικτικότερο παράδειγμα της φιλοτιμίας και της συγκίνησης, που προκάλεσε η κατάρρευση της γέφυρας. Στην ίδια εκδήλωση παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα πανελλαδικής δημοσκόπησης, σύμφωνα με την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ ένας στους πέντε συμπατριώτες μας γνωρίζει αρκετές λεπτομέρειες για τη γέφυρα ενώ το ποσοστό υπέρ της αναστήλωσής της ανέρχεται στο 84 % (το υπόλοιπο 16 % κατανέμεται μεταξύ αυτών, που δεν θεωρούν την αναστήλωση πρώτη προτεραιότητα με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα, και εκείνων, που πιστεύουν ότι το μνημείο πρέπει να παραμείνει καταστραμμένο για να θυμίζει την αδιαφορία του ελληνικού κράτους).

  Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα είναι λίγα. Και αν για το τεχνικό μέρος η εκδήλωση δημιούργησε βάσιμη αισιοδοξία, οφειλόμενη τόσο στα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής μας και σε αντίστοιχα παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία (με πιο γνωστό ασφαλώς της γέφυρας του Μόσταρ στην Ερζεγοβίνη) όσο κυρίως στο αίσθημα εμπιστοσύνης, που εμπνέει το εύρος και η σοβαρότητα των μελετών, τα ζητήματα της ταχύτητας και της αξιοπιστίας της υλοποίησης εξακολουθούν να παραμένουν ζητούμενα. Η κινητοποίηση διαθέσιμων πόρων, η παράκαμψη γραφειοκρατικών εμποδίων και αδρανειών και η αξιοπιστία της διαχείρισης είναι ζητήματα ζωής και θανάτου για την διαφύλαξη και ενίσχυση αυτής της συγκίνησης, στην οποία προαναφέρθηκα.

  Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την συμμετοχή του Συλλόγου Προστασίας Αράχθου, ύστερα από πρόταση και επιμονή του Υπουργού Πολιτισμού και παρά την αρχική αρνητική αντίδραση του Περιφερειάρχη Ηπείρου, στο διαχειριστικό σχήμα της προγραμματικής σύμβασης. Όχι μόνο επειδή εκπροσωπεί ένα ενεργό και μάχιμο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας αλλά κυρίως επειδή υπενθυμίζει αξίες όπως η διαφάνεια, ο λαϊκός έλεγχος και η συμμετοχή.

  Για μας η γέφυρα της Πλάκας δεν είναι μόνο ο τόπος των παιδικών μας αναμνήσεων ή ένα σπουδαίο μνημείο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Είναι ταυτόχρονα το σύμβολο ενός σκληρού αλλά τελικά νικηφόρου δεκάχρονου αγώνα, που δώσαμε και για τη σωτηρία και της γέφυρας και του πολιτιστικού τοπίου της Πλάκας αλλά και του ίδιου του Αράχθου από τα καταστροφικό μεγάλο υδροηλεκτρικό φράγμα του Αγίου Νικολάου. Η συμβολική αξία του γεφυριού μας ατσάλωσε σ’ αυτή τη μεγάλη μάχη, εκεί μαζευτήκαμε 1.500 άνθρωποι το καλοκαίρι του 2006 και συνεχίσαμε να μαζευόμαστε τα επόμενα χρόνια τα Φώτα ξορκίζοντας τους καλικάντζαρους των εταιριών.

  Γι’ αυτό και όλα τα επόμενα χρόνια δεν σιωπήσαμε μπροστά στην συνειδητή εγκατάλειψη της συντήρησης από τους «αρμόδιους», υπηρεσίες και πολιτικά πρόσωπα, γι’ αυτό και δεν «μασήσαμε τα λόγια μας» στον καταλογισμό των ευθυνών της κατάρρευσης. Για τον ίδιο λόγο όμως είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το κομμάτι της ευθύνης, που μας αναλογεί, για την υπέρβαση των εμποδίων, τον συντονισμό της προσπάθειας και την κινητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

  Η διαδικασία της αναστήλωσης είναι μια μεγάλη πρόκληση, τεχνική, οικονομική, διοικητική αλλά και νοοτροπίας όχι μόνο για το κράτος αλλά και για την περιοχή των Τζουμέρκων, τους κατοίκους, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους επαγγελματίες. Επιβάλλεται να σηματοδοτήσει μια ευρύτερη διαδικασία ανασύνταξης δυνάμεων, συλλογικής συνεργασίας και σοβαρότητας, που μπορεί να αλλάξει ριζικά προς το καλύτερο την εικόνα της ορεινής ιδιαίτερης πατρίδας μας.

  Η ορμητική είσοδος της Πλάκας στην επικαιρότητα δημιουργεί κατ’ αρχήν μια μεγάλη τουριστική ευκαιρία. Ας αναλογιστούμε μόνο πόσο από αυτό το 21 % του ελληνικού λαού οφείλει την καλή γνώση της γέφυρας της Πλάκας στην κινητοποίηση ενάντια στο φράγμα του Αγίου Νικολάου, πόσες εκδρομές την συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμά τους, πόσα σχολεία την επισκέφθηκαν, πόσοι άνθρωποι ενδιαφέρθηκαν για την ιστορία της.

  Η περιπέτεια της αναστήλωσης μπορεί να δημιουργήσει νέες ομάδες ενδιαφερόμενων επισκεπτών, τη φορά αυτή και στο εξωτερικό. Η προσέλκυση των Πολυτεχνείων όλου του κόσμου αλλά και απλών ανθρώπων γίνεται ξαφνικά πιο εύκολη και, συνδυασμένη ασφαλώς με το απαράμιλλο τοπίο της χαράδρας του Αράχθου και των παραποτάμων του, τον μνημειακό πλούτο, την παράδοση και την ιστορική παρακαταθήκη της περιοχής, μπορεί να σηματοδοτήσει τη γέννηση ενός τουριστικού ρεύματος και μάλιστα σε μια εποχή, που και η Ήπειρος και τα Τζουμέρκα δείχνουν να υστερούν σε σχέση με τους πανελλαδικούς δείκτες αύξησης.

  Ας μη μας διαφεύγει ακόμη η δειλή προς το παρόν ενεργοποίηση κινήσεων «Τουρισμού Αλληλεγγύης» προς την Ελλάδα με αφορμή την ασφυξία εκ μέρους των διεθνών δανειστών. Ο όρος σημαίνει την ηθική παρότρυνση για ταξίδια με σκοπό την οικονομική ενίσχυση μιας χώρας, ιδιαίτερα των περιοχών εκείνων που δεν περιλαμβάνονται στα πακέτα των μεγάλων τουριστικών γραφείων, αλλά και για την επικοινωνία και γνωριμία των λαών σε θέματα πολιτισμού, περιβάλλοντος ακόμη και εκπαίδευσης.

  Τα Τζουμέρκα και οι άνθρωποί τους οφείλουμε να ανταποκριθούμε σε μια πρόκληση, που βρίσκεται μπροστά μας. Όχι για να αναπαράγουμε ανταγωνισμούς και να κυνηγήσουμε «αρπαχτές» αλλά για να πάρουμε πρωτοβουλίες, να δημιουργήσουμε σχήματα συνεννόησης και συνεργασίας, να «αναστηλώσουμε» όχι μόνο τη γέφυρα της Πλάκας αλλά ολόκληρη την περιοχή μας.