Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Όχι πιά στ' όνομά μας

   Η πολιτική μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ εκτός του χώρου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς κατά τη διάρκεια της ανάληψης και άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας είναι μια σταδιακή διαδικασία με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς και ασφαλώς όχι χωρίς αντιστάσεις. Ωστόσο η ψήφιση του Μνημονίου 3 από μια Κυβέρνηση, η οποία διεκδίκησε τον χαρακτηρισμό «πρώτη φορά Αριστερά», αποτελεί σημείο καμπής και τομής για τη διάψευση αυτού του χαρακτηρισμού.
 
  Μια κυβέρνηση, που υλοποιεί τον στραγγαλισμό των εισοδημάτων και της διαπραγματευτικής δύναμης της εργατικής τάξης και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, την εκποίηση του φυσικού πλούτου και την εμπορευματοποίηση του περιβάλλοντος, τη συνέχιση δηλαδή των μνημονιακών πολιτικών, είναι, αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τη ρητορική της αλλά ακόμα και από τις προθέσεις ορισμένων μελών της, μια κυβέρνηση στην υπηρεσία του κεφαλαίου.
  Αυτή η μείζων πολιτική στροφή έχει συνοδευτεί από την παραβίαση της δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος και από τον σχεδιασμό και την εξαγγελία αποφάσεων από ένα στενό επιτελείο ερήμην των αρμόδιων κομματικών οργάνων και των Οργανώσεων. Επιλέγοντας η ηγετική ομάδα του κόμματος τις αιφνιδιαστικές εκλογές ως μέσο «νομιμοποίησης», ακυρώνει ακόμη και τις συνεδριακές διαδικασίες (Έκτακτο Συνέδριο αντί Διαρκούς), τις οποίες υποτίθεται ότι η ίδια πρότεινε. Από την άποψη αυτή η άλλη μεγάλη ακύρωση αφορά στον χαρακτηρισμό «ΣΥΡΙΖΑ των μελών». Επισημαίνουμε ακόμη ότι το ίδιο τραυματικό έλλειμμα δημοκρατικής κομματικής λειτουργίας παρατηρείται και στα Γιάννενα.
  Επειδή παραμένουμε πιστοί στις αρχές, τις συνεδριακές θέσεις, το πρόγραμμα και την αγωνιστική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ, αρνούμαστε να υποστηρίξουμε τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ στη μνημονιακή του μετάλλαξη, στην οποία τον οδηγεί η ηγετική του ομάδα. Δηλώνουμε ότι αποχωρούμε από τις Οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό Ιωαννίνων και εκφράζουμε την διαθεσιμότητά μας για την οργάνωση των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων απέναντι στις ταξικές πολιτικές των μνημονίων και τη δικαίωση του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα.
Γιάννενα, 26 Αυγούστου 2015
1. Βαγγέλης Γαλάνης
2. Γιώργος Γιαννώρος, ΝΕ Ιωαννίνων
3. Νίκος Γκαϊντές
4. Πέτρος Γοδέβενος, ΝΕ Ιωαννίνων
5. Κώστας Δημητρίου
6. Άρης Ζαρίμπας
7. Λάζαρος Ζαχαράκης
8. Βασίλης Κίτσιος
9. Αλέκα Μαντζούτσου
10. Άλεξ Μπέγκα
11. Αποστόλης Μπιδέρης
12. Χρήστος Μπουκουβάλας
13. Καλλίνικος Νικολακόπουλος
14. Θάνος Οικονομίδης
15. Στέφανος Πανταζής
16. Γιάννης Παπαδημητρίου, Γραμματεία Τμ. Περιβάλλοντος ΚΕ
17. Μπάμπης Τουφίδης, Γραμματεία ΝΕ Ιωαννίνων
18. Γιώργος Φλώρος
19. Βάσω Φλώρου, Γραμματεία ΝΕ Ιωαννίνων

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Αναζητώντας τις ιστορικές αναλογίες

 

Αφίσα της Ουγγρικής Δημοκρατίας
των σοβιέτ (1919)
        Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις του τελευταίου μήνα έχουν οδηγήσει σε μια εργώδη αναζήτηση ιστορικών αναλογιών. Και αν το κυρίαρχο δίλημμα της συζήτησης είναι η επιλογή μεταξύ «Μπρεστ - Λιτόφσκ» και «Βάρκιζας», δεν έχουν λείψει οι αναφορές στη σφαγή της Μήλου ακόμα και στο σύμφωνο Ρίμεντροπ – Μολότοφ – στο τελευταίο κατά τη γνώμη μου άστοχα, γιατί επρόκειτο για μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία. Η δική μου προτίμηση, πάντα με την υπόμνηση ότι την ιστορία τη διαβάζει κανένας ανάλογα με την οπτική γωνία και τις προτεραιότητές του, είναι η σύγκριση με την Ουγγρική Δημοκρατία των συμβουλίων (σοβιέτ).
Στην ηττημένη Ουγγαρία του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου η συνειδητοποίηση του επικείμενου διαμελισμού της από τους νικητές των Βερσαλλιών, παρά τα 14 σημεία του Προέδρου Ουίλσον και τις διακηρύξεις για χάραξη συνόρων στη βάση της «αρχής των εθνοτήτων», προκάλεσε αναβρασμό, πτώση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό στις 21 Μαρτίου 1919 μιάς νέας, Κομμουνιστών – Σοσιαλδημοκρατών, με κεντρική φιγούρα τον κομμουνιστή Μπέλα Κουν, αν και δεν ανέλαβε ο ίδιος την πρωθυπουργία αλλά το υπουργείο εξωτερικών. Η κυβέρνηση, γνωστή και ως Δημοκρατία των Συμβουλίων, και μέτρα κοινωνικοποίησης εργοστασίων και διανομής της γης πήρε και νόμισμα έκοψε και φόρους στον πληθυσμό δεν επέβαλε. Παρ’ όλα αυτά υπέκυψε στην στρατιωτική πίεση των γειτόνων της, κυρίως της Ρουμανίας, και άντεξε μόλις 139 μέρες μέχρι την κατάληψη της Βουδαπέστης.
Ο Μπέλα Κουν είχε επεξεργαστεί και plan A, την επίκληση των αρχών του Ουίλσον και τον καθησυχασμό των ηγετών της Ειρηνευτικής Συνδιάσκεψης του Παρισιού, οι οποίοι βεβαίως τον αγνόησαν πλήρως, αλλά και plan Β, την στρατιωτική εισβολή των Μπολσεβίκων από τα ανατολικά στη Ρουμανία, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν, κάτω από το βάρος των δικών τους προβλημάτων, να την υλοποιήσουν.  Η Ουγγαρία διαμελίστηκε με τη συνθήκη του Τριανόν, χάνοντας το 1/3 των καθαρά μαγυάρικων πληθυσμών της, ενώ ο Μπέλα Κουν κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση, δραστηριοποιήθηκε στην Κομιντέρν και εκτελέσθηκε το 1938 στη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων, αφού πρόλαβε να φιλοξενηθεί και ένα χρόνο στο Γκουλάγκ.
Ποια είναι στ’ αλήθεια η κληρονομιά της Δημοκρατίας των σοβιέτ ;
α) Από τη σκοπιά των ουγγρικών εθνικών συμφερόντων το αποτέλεσμα ήταν σαφώς δυσμενέστερο του αρχικού, κυρίως επειδή η απληστία των νέων γειτόνων και κυρίως του παλιότερου, της Ρουμανίας, υποδαυλισμένη από τη Γαλλία, προχώρησε πέραν της αρχικά προβλεπόμενης γραμμής ανακωχής και βεβαίως νομιμοποιήθηκε εύκολα στην Ειρηνευτική Συνδιάσκεψη του Παρισιού έναντι ενός διεθνώς στοχοποιημένου αντιπάλου. Στη συνέχεια η Γαλλία ενθάρρυνε τον σχηματισμό της «μικρής Αντάντ» (Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία), η Ουγγαρία προσχώρησε στο αναθεωρητικό στρατόπεδο του Χίτλερ, ο οποίος της επέστρεψε, και με το παραπάνω, τα κατοικούμενα από ουγγρικούς πληθυσμούς εδάφη, αλλά στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου  βρέθηκε ξανά στην πλευρά των ηττημένων και δεν μπόρεσε να επωφεληθεί ούτε από τη μερική διόρθωση των εθνολογικών αδικιών των Βερσαλλιών εντός του σοσιαλιστικού στρατοπέδου (όταν π.χ. ο Στάλιν επέστρεψε τη Δοβρουτσά στη Βουλγαρία). Οι πολυπληθείς ουγγρικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες εξακολουθούν να είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης και όσοι πιστεύουν ότι το διεθνές πλαίσιο έχει αντιμετωπίσει οριστικά το πρόβλημα των δικαιωμάτων τους και της ομαλής συνύπαρξης, ας καταδεχτούν να ρίξουν μια ματιά στα επεισόδια στη διάρκεια των διεθνών ποδοσφαιρικών αγώνων.
β) Από τη σκοπιά των άμεσων πολιτικών εξελίξεων, μετά από την ήττα της σοβιετικής δημοκρατίας στην Ουγγαρία επικράτησε το ημιφασιστικό καθεστώς της αντιβασιλείας του Χόρτυ, που κυνήγησε απηνώς κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες και Εβραίους ενώ αργότερα έπεσε στην αγκαλιά του Χίτλερ.
γ) Από τη σκοπιά βεβαίως της σοσιαλιστικής προοπτικής, η Δημοκρατία των Συμβουλίων χαρακτηρίστηκε από μεγάλη κινητοποίηση του λαού, προοδευτικά μέτρα (χωρισμός κράτους – εκκλησίας κλπ.) και δημιουργικότητα, λειτούργησε σαν υπόδειγμα για δεκαετίες και θα τολμούσα να πω ότι επηρέασε ακόμα και την ουγγρική επανάσταση του 1956.
Οι αναλογίες της ουγγρικής Δημοκρατίας των σοβιέτ με τη σημερινή ελληνική κατάσταση ανιχνεύονται, πάντα κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο στο πολιτικό επίδικο και τα αποτελέσματα αλλά και στη διαδικασία (λ.χ. η διαρκής, συνεχιζόμενη ακόμα και σήμερα, επιδείνωση των όρων της «συμφωνίας» μετά από το δημοψήφισμα), κυρίως όμως σ’ αυτή τη ραγδαία εναλλαγή από την ασφυξία στην αγωνιστική ανάταση και από κει στην ήττα.
Προσωπικά, παρά τη συγκλονιστική κινητοποίηση του κόσμου των «από κάτω» στο δημοψήφισμα και τη μεγάλη πανευρωπαϊκή συμπαράσταση στο ελληνικό «Όχι», δυσκολεύομαι να διαβάσω το δημοψήφισμα και τη διαχείρισή του ως δύο διακριτές και αντίθετες μεταξύ τους διαδικασίες («νίκη του λαού» το πρώτο, «προδοσία η δεύτερη) και όχι ως μια ενιαία, που όχι μόνο έσφαλε στην εκτίμηση του διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων, κυρίως στο ζήτημα της τραπεζικής ρευστότητας, αλλά και τροποποίησε δυσμενέστατα τον εσωτερικό συσχετισμό σε βάρος των αριστερών ιδεών και της αριστερής πολιτικής στο σύνολό της. Το πιο απτό αποτέλεσμα είναι βεβαίως η πολιτική μετατόπιση της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ και του Προέδρου του αλλά ας μη μας διαφεύγουν ούτε το δημόσιο λυντσάρισμα των διαφωνούντων στελεχών ούτε η, μερική έστω, νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής ως «αντιστασιακής» και «αντισυστημικής» δύναμης και του Ποταμιού ως «σοβαρής» ούτε κυρίως η υποχώρηση κρίσιμων αξόνων της ατζέντας της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Είναι βεβαίως πρόωρη η πολιτική αποτίμηση αυτού του δραματικού μήνα Ιούλη και ασφαλώς ριψοκίνδυνη η αμφισβήτηση, «από τα αριστερά», του δημοψηφίσματος, στη μάχη του οποίου πολλοί και πολλές δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας. Οφείλουμε όμως, και στους εαυτούς μας και στους συντρόφους μας, τη μέγιστη δυνατή ειλικρίνεια και γενναιότητα.  
Ως κατακλείδα, ένας υποθετικός λόγος τρίτου είδους. Αν οι Μπολσεβίκοι είχαν εκπληρώσει την υπόσχεσή τους στον Μπέλα Κουν να επιτεθούν στη Ρουμανία, τα πράγματα ίσως να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση συμμάχων και αντιπάλων έχει πάντα τη μεγαλύτερη σημασία.

 

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015


Η αναστήλωση της γέφυρας της Πλάκας πρόκληση και ευκαιρία για τα Τζουμέρκα


Σκαρίφημα του Μ. Κορρέ για την παλιά ζημιά
στη γέφυρα (περιστροφή αξόνων κλπ.) λόγω
της ανατίναξης από τα ναζιστικά στρατεύματα

   Εκπροσωπώντας τον Σύλλογο Προστασίας Αράχθου, παρακολούθησα πρόσφατα την παρουσίαση των προμελετών του Πολυτεχνείου για την αναστήλωση της γέφυρας της Πλάκας όσο πιο πιστά στην αυθεντική της μορφή είναι δυνατό. Πρόκειται αναμφίβολα για μια σπουδαία συμβολή, καθώς στην εκπόνηση των μελετών ούτε λίγο ούτε πολύ ενεπλάκησαν, με επικεφαλής τον ακούραστο Μανώλη Κορρέ, 26 καθηγητές του Ιδρύματος και 40 άμεσοι συνεργάτες τους, πράγμα που από μόνο του αποτελεί γεγονός για τα δεδομένα της επιστημονικής συνεργασίας στη χώρα. Όπως ειπώθηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στην αίθουσα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας, εύστοχα όσο και χαριτωμένα, τόσοι πολλοί πανεπιστημιακοί δεν είχαν εμπλακεί ούτε στην κατασκευή της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου ! Υπογραμμίζω ακόμη την απόφαση του επιστημονικού προσωπικού του ΕΜΠ να μην εμπλακεί με έμμισθη σχέση στη διαδικασία της αναστήλωσης αλλά να βρίσκεται διαρκώς στη διάθεση αυτών που θα την αναλάβουν.

  Είναι νομίζω το ενδεικτικότερο παράδειγμα της φιλοτιμίας και της συγκίνησης, που προκάλεσε η κατάρρευση της γέφυρας. Στην ίδια εκδήλωση παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα πανελλαδικής δημοσκόπησης, σύμφωνα με την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ ένας στους πέντε συμπατριώτες μας γνωρίζει αρκετές λεπτομέρειες για τη γέφυρα ενώ το ποσοστό υπέρ της αναστήλωσής της ανέρχεται στο 84 % (το υπόλοιπο 16 % κατανέμεται μεταξύ αυτών, που δεν θεωρούν την αναστήλωση πρώτη προτεραιότητα με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα, και εκείνων, που πιστεύουν ότι το μνημείο πρέπει να παραμείνει καταστραμμένο για να θυμίζει την αδιαφορία του ελληνικού κράτους).

  Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα είναι λίγα. Και αν για το τεχνικό μέρος η εκδήλωση δημιούργησε βάσιμη αισιοδοξία, οφειλόμενη τόσο στα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής μας και σε αντίστοιχα παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία (με πιο γνωστό ασφαλώς της γέφυρας του Μόσταρ στην Ερζεγοβίνη) όσο κυρίως στο αίσθημα εμπιστοσύνης, που εμπνέει το εύρος και η σοβαρότητα των μελετών, τα ζητήματα της ταχύτητας και της αξιοπιστίας της υλοποίησης εξακολουθούν να παραμένουν ζητούμενα. Η κινητοποίηση διαθέσιμων πόρων, η παράκαμψη γραφειοκρατικών εμποδίων και αδρανειών και η αξιοπιστία της διαχείρισης είναι ζητήματα ζωής και θανάτου για την διαφύλαξη και ενίσχυση αυτής της συγκίνησης, στην οποία προαναφέρθηκα.

  Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την συμμετοχή του Συλλόγου Προστασίας Αράχθου, ύστερα από πρόταση και επιμονή του Υπουργού Πολιτισμού και παρά την αρχική αρνητική αντίδραση του Περιφερειάρχη Ηπείρου, στο διαχειριστικό σχήμα της προγραμματικής σύμβασης. Όχι μόνο επειδή εκπροσωπεί ένα ενεργό και μάχιμο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας αλλά κυρίως επειδή υπενθυμίζει αξίες όπως η διαφάνεια, ο λαϊκός έλεγχος και η συμμετοχή.

  Για μας η γέφυρα της Πλάκας δεν είναι μόνο ο τόπος των παιδικών μας αναμνήσεων ή ένα σπουδαίο μνημείο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Είναι ταυτόχρονα το σύμβολο ενός σκληρού αλλά τελικά νικηφόρου δεκάχρονου αγώνα, που δώσαμε και για τη σωτηρία και της γέφυρας και του πολιτιστικού τοπίου της Πλάκας αλλά και του ίδιου του Αράχθου από τα καταστροφικό μεγάλο υδροηλεκτρικό φράγμα του Αγίου Νικολάου. Η συμβολική αξία του γεφυριού μας ατσάλωσε σ’ αυτή τη μεγάλη μάχη, εκεί μαζευτήκαμε 1.500 άνθρωποι το καλοκαίρι του 2006 και συνεχίσαμε να μαζευόμαστε τα επόμενα χρόνια τα Φώτα ξορκίζοντας τους καλικάντζαρους των εταιριών.

  Γι’ αυτό και όλα τα επόμενα χρόνια δεν σιωπήσαμε μπροστά στην συνειδητή εγκατάλειψη της συντήρησης από τους «αρμόδιους», υπηρεσίες και πολιτικά πρόσωπα, γι’ αυτό και δεν «μασήσαμε τα λόγια μας» στον καταλογισμό των ευθυνών της κατάρρευσης. Για τον ίδιο λόγο όμως είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το κομμάτι της ευθύνης, που μας αναλογεί, για την υπέρβαση των εμποδίων, τον συντονισμό της προσπάθειας και την κινητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

  Η διαδικασία της αναστήλωσης είναι μια μεγάλη πρόκληση, τεχνική, οικονομική, διοικητική αλλά και νοοτροπίας όχι μόνο για το κράτος αλλά και για την περιοχή των Τζουμέρκων, τους κατοίκους, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους επαγγελματίες. Επιβάλλεται να σηματοδοτήσει μια ευρύτερη διαδικασία ανασύνταξης δυνάμεων, συλλογικής συνεργασίας και σοβαρότητας, που μπορεί να αλλάξει ριζικά προς το καλύτερο την εικόνα της ορεινής ιδιαίτερης πατρίδας μας.

  Η ορμητική είσοδος της Πλάκας στην επικαιρότητα δημιουργεί κατ’ αρχήν μια μεγάλη τουριστική ευκαιρία. Ας αναλογιστούμε μόνο πόσο από αυτό το 21 % του ελληνικού λαού οφείλει την καλή γνώση της γέφυρας της Πλάκας στην κινητοποίηση ενάντια στο φράγμα του Αγίου Νικολάου, πόσες εκδρομές την συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμά τους, πόσα σχολεία την επισκέφθηκαν, πόσοι άνθρωποι ενδιαφέρθηκαν για την ιστορία της.

  Η περιπέτεια της αναστήλωσης μπορεί να δημιουργήσει νέες ομάδες ενδιαφερόμενων επισκεπτών, τη φορά αυτή και στο εξωτερικό. Η προσέλκυση των Πολυτεχνείων όλου του κόσμου αλλά και απλών ανθρώπων γίνεται ξαφνικά πιο εύκολη και, συνδυασμένη ασφαλώς με το απαράμιλλο τοπίο της χαράδρας του Αράχθου και των παραποτάμων του, τον μνημειακό πλούτο, την παράδοση και την ιστορική παρακαταθήκη της περιοχής, μπορεί να σηματοδοτήσει τη γέννηση ενός τουριστικού ρεύματος και μάλιστα σε μια εποχή, που και η Ήπειρος και τα Τζουμέρκα δείχνουν να υστερούν σε σχέση με τους πανελλαδικούς δείκτες αύξησης.

  Ας μη μας διαφεύγει ακόμη η δειλή προς το παρόν ενεργοποίηση κινήσεων «Τουρισμού Αλληλεγγύης» προς την Ελλάδα με αφορμή την ασφυξία εκ μέρους των διεθνών δανειστών. Ο όρος σημαίνει την ηθική παρότρυνση για ταξίδια με σκοπό την οικονομική ενίσχυση μιας χώρας, ιδιαίτερα των περιοχών εκείνων που δεν περιλαμβάνονται στα πακέτα των μεγάλων τουριστικών γραφείων, αλλά και για την επικοινωνία και γνωριμία των λαών σε θέματα πολιτισμού, περιβάλλοντος ακόμη και εκπαίδευσης.

  Τα Τζουμέρκα και οι άνθρωποί τους οφείλουμε να ανταποκριθούμε σε μια πρόκληση, που βρίσκεται μπροστά μας. Όχι για να αναπαράγουμε ανταγωνισμούς και να κυνηγήσουμε «αρπαχτές» αλλά για να πάρουμε πρωτοβουλίες, να δημιουργήσουμε σχήματα συνεννόησης και συνεργασίας, να «αναστηλώσουμε» όχι μόνο τη γέφυρα της Πλάκας αλλά ολόκληρη την περιοχή μας.