Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Η μεταγραφή της χρονιάς !


 
  Ορισμένες, ψύχραιμες θέλω να ελπίζω, σκέψεις με αφορμή την ανακοίνωση της ενσωμάτωσης της βασικής ομάδας συντελεστών του περιοδικού Unfollow στην εφημερίδα «Παραπολιτικά», της "ευρύτερης" ιδιοκτησίας Β. Μαρινάκη :
  Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συνεργασία αυτή συνοδεύεται από συμφωνίες απόλυτης ανεξαρτησίας των συνεργατών του Unfollow, όχι μόνο στη μορφή (ξεχωριστό ένθετο) αλλά κυρίως στο περιεχόμενο. Είναι το μοντέλο, που εφαρμόσθηκε στη συνεργασία του «Ιού» με την Ελευθεροτυπία του Τεγόπουλου. Παρόλο που ο «Ιός» έσωσε πολλές φορές την τιμή της ελληνικής δημοσιογραφίας, δεν έλειψαν οι ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις, που η έρευνά τους κόπηκε στο τυπογραφείο. Οι ίδιοι οι συνεργάτες του δημοσιοποίησαν εκ των υστέρων τα κομμένα κείμενα – θυμάμαι πρόχειρα ένα για την Πετρόλα του Λάτση.
  Ο Μαρινάκης είναι σίγουρα πολύ πιο «δύσκολη» περίπτωση από τον Τεγόπουλο. Και λόγω προσωπικότητας και κυρίως επειδή φέρεται μπλεγμένος σε πλείστες όσες όχι και τόσο καθαρές ιστορίες. Στην πραγματικότητα ενδιαφέρεται, σε συνθήκες στριμώγματος, να αγοράσει «κύρος» με οποιοδήποτε τίμημα. Συνεπώς, ακόμα κι’ αν βραχυπρόθεσμα αποδειχθεί κύριος στις δεσμεύσεις του, ακόμα κι’ αν δώσει καλά λεφτά (τα ίδια δεν έκανε και ο Κοσκωτάς στην εφημερίδα του, «24 Ώρες» νομίζω πως την έλεγαν, στις δύσκολες εποχές  ;), προοπτικά δεν πιστεύω ότι μια μαχητική – αποκαλυπτική δημοσιογραφία μπορεί να ασκηθεί αλά καρτ. Πιθανότατα λ.χ. θα είναι ευπρόσδεκτα τα κείμενα για τα πετρέλαια του Μελισσανίδη όχι όμως και για τα στημένα παιγνίδια του Ολυμπιακού.
  Η συνεργασία είναι ένα κλασικό deal στα σημερινά ασφυκτικά πλαίσια, που ορίζουν η δημοσιογραφική ανεργία, ο δυσμενέστατος συσχετισμός μεταξύ των δυνάμεων κεφαλαίου και εργασίας σε βάρος της δεύτερης και κυρίως ο μαφιόζικος καπιταλισμός της κρίσης. Γι’ αυτό και είναι αναπόφευκτα ετεροβαρές. Συνεπώς δεν ταιριάζει ούτε «ιερή αγανάκτηση» σε βάρος των συνεργατών του Unfollow (ο αναμάρτητος τον λίθον βαλέτω !) αλλά ούτε και οι εύκολες αντεπιθέσεις ορισμένων απολογητών σε βάρος των «οικόσιτων» (πόσοι αλήθεια από όσους/ες διατηρούν επαγγελματική σχέση με τον «ευρύτερο» ΣΥΡΙΖΑ διαφωνούν, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με την πολιτική του αλλά ταυτόχρονα αγωνιούν και για την επιβίωσή τους !).  
  Προσωπικά θεωρώ πως οι συνεργάτες του Unfollow θα κληθούν, συντομότερα ίσως απ’ ό,τι σήμερα φαντάζονται, να τοποθετήσουν οι ίδιοι τον πήχυ της επαγγελματικής και προσωπικής τους αξιοπρέπειας. Τους εύχομαι να είναι ψηλά !

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 



 

 
 

 

 
 

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ  

Φίλιπ Κερ "Το χέρι του Θεού"

(μτφρ. Γιώργου Μαραγκού - εκδ. Κέδρος)


  Η στενή σχέση του σημερινού, πλήρως εμπορευματοποιημένου, ποδοσφαίρου με διάφορες μορφές εγκληματικότητας, παραδοσιακές και καινοτόμες, είναι ασφαλώς κοινό μυστικό. Παρ’ όλα αυτά η αστυνομική λογοτεχνία δεν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να έχει αξιοποιήσει σε επαρκή βαθμό αυτό το λαμπρό πεδίο δόξας. Αν εξαιρέσω τον μεγάλο Καταλανό Μανουέλ Βάθκεθ Μονταμπλάν («Ο σέντερ φορ δολοφονήθηκε το σούρουπο») και τον Τούρκο Τζελίλ Οκέρ («Το πτώμα με τα ποδοσφαιρικά παπούτσια»), δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει άλλα δείγματα αυτού του υπο-είδους, που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «αθλητικό» αστυνομικό μυθιστόρημα.

  Το κενό έρχεται να καλύψει ο χαρισματικός Σκωτσέζος συγγραφέας (και αρθρογράφος και νομικός) Φίλιπ Κερ, που, αφού χάρισε στο αναγνωστικό κοινό τη φιγούρα του ιδιωτικού ντεντέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ, ασχολούμενου με την εξιχνίαση εγκλημάτων στη ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη υπό συνθήκες επικίνδυνες και για την αξιοπρέπεια και για τη ζωή του, δημιουργεί ένα νέο, σύγχρονο αυτή τη φορά μυθιστορηματικό ήρωα. Ο Σκοτ Μάνσον λοιπόν κινείται στο χώρο του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, αφού είναι ο προπονητής της, ανύπαρκτης στην πραγματικότητα, Λόντον Σίτυ με έδρα το ανατολικό Λονδίνο, που αγωνίζεται στην πρώτη κατηγορία της Αγγλίας αλλά και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Η μοίρα το φέρνει, ώστε ο Μάνσον, πέρα από τα προπονητικά του καθήκοντα, να μετατρέπεται, εκών - άκων στην αρχή αλλά παθιασμένα στη συνέχεια, σε ερασιτέχνη ντεντέκτιβ και να ερευνά ύποπτους θανάτους / πιθανές δολοφονίες στον άμεσο περίγυρο, ανθρώπινο και χωροταξικό, της ομάδας, καθώς οι ερευνητικές ικανότητες της εκάστοτε Αστυνομίας αποδεικνύονται μάλλον ανεπαρκείς. Σταδιακά λοιπόν ο ήρωας βυθίζεται σ’ ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι παράλληλων εγκληματικών δραστηριοτήτων, που αναπτύσσονται στα παρασκήνια του, λαμπερού όσο και σάπιου, ποδοσφαιρικού σύμπαντος.


  Τα δύο μέχρι σήμερα βιβλία της σειράς, τα δικαιώματα της οποίας για την Ελλάδα έχουν εξασφαλίσει οι εκδόσεις «Κέδρος», έχουν τίτλους, που παραπέμπουν σε πασίγνωστες ποδοσφαιρικές εκφράσεις ή ατάκες. Στο πρώτο απ’ αυτά («Ένας ξαφνικός θάνατος») ο Μάνσον καλείται να επιλύσει το μυστήριο του θανάτου του διάσημου Πορτογάλου προπονητή της ομάδας Ζοάο Ζάρκο, του οποίου μέχρι τότε ήταν βοηθός, κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου ενώ στο δεύτερο («Το χέρι του Θεού») ο θάνατος επέρχεται στη διάρκεια του αγώνα, αφού το αστέρι της ομάδας, ο Ρώσος, τουρκικής καταγωγής, επιθετικός Μπεκίμ Ντεβελί σωριάζεται ξαφνικά νεκρός στον αγωνιστικό χώρο. Το συναρπαστικό είναι ότι πρόκειται για το Στάδιο Καραϊσκάκη, όπου η Λόντον Σίτυ αντιμετωπίζει τον Ολυμπιακό στα προκριματικά του Γιουρόπα Ληγκ !


  Είναι λοιπόν ευνόητο ότι το αντικείμενο της πλοκής είναι η πραγματικότητα του ελληνικού ποδοσφαίρου στο ευρύτερο πλαίσιο της μνημονιακής, οικονομικής και κοινωνικής, καταστροφής της ελληνικής κοινωνίας. Ο Κερ, που έγραψε το βιβλίο το 2014, περιφέρει τον ήρωά του στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Βουλιαγμένη και την Πάρο και, αν εξαιρέσουμε ορισμένα ασήμαντα πραγματολογικά λάθη, όπως το ότι περιγράφει τις νεραντζιές της πρωτεύουσας ως πορτοκαλιές, αποδεικνύει βαθειά γνώση των στεκιών και των ρυθμών της καθημερινής ποδοσφαιρικής -και όχι μόνο- Αθήνας.


  Θα μπορούσε ίσως κάποιος να κατηγορήσει το βιβλίο ότι αναπαράγει τα γνωστά στερεότυπα του ξένου Τύπου για τις ελληνικές παθογένειες : τεμπελιά, διπλή δουλειά, μαύρα χρήματα, διαφθορά, ανεξέλεγκτη βία, συνεχείς απεργίες. Νομίζω όμως ότι ο συγγραφέας αφενός αναδεικνύει το ρόλο της ιδιωτικής και δημόσιας φτώχειας στη γιγάντωση των φαινομένων αυτών και αφετέρου δεν χαρίζεται ούτε σε κείνους που προσπαθούν να κάνουν business as usual στις πλάτες του ελληνικού λαού. Και όσοι επιμένουν ότι ο Κερ είναι αρνητικά προκατειλημμένος απέναντι στην Ελλάδα, ας μπουν στον κόπο να διαβάσουν και το πρώτο του βιβλίο, που εκτυλίσσεται αποκλειστικά στο Λονδίνο και στον αστραφτερό κόσμο της Πρέμιερ Ληγκ. Στο κάτω-κάτω μιλάμε πάντα για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.


  Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε, είναι η γνώση της καθημερινότητας του ελληνικού ποδοσφαίρου από τον συγγραφέα, ο οποίος θα μπορούσε άνετα να πάρει μέρος στη «Δίκη στον Σκάϊ». Ούτε λίγο ούτε πολύ στο «Χέρι του Θεού» καταγράφονται :
 - η ύπαρξη της παράγκας και των στημένων παιγνιδιών, εξαιτίας των οποίων έχει μάλιστα αφαιρεθεί από τον Ολυμπιακό ο τίτλος του πρωταθλητή κατά την προηγούμενη αγωνιστική σαιζόν. Εδώ ο Κερ όντως συλλαμβάνεται αιθεροβάμων !
 - το στημένο στοίχημα και το ποντάρισμα μεγάλων ποσών σε ελληνικές ομάδες σε γραφεία του εξωτερικού, το οποίο αποδεικνύεται τελικά και το μεγάλο κίνητρο για την εξουδετέρωση του επιθετικού της Λόντον Σίτυ
 - η έξαρση του χουλιγκανισμού μέσα και έξω από τα γήπεδα - ακόμα και με συνεχή κορναρίσματα όλο το βράδι έξω από το ξενοδοχείο των αντιπάλων - , για την οποία όμως δεν ευθύνονται μόνο οι συμμορίες των οπαδών και η ατιμωρησία των ομάδων αλλά και οι Πρόεδροί τους προσωπικά. Το μυθιστόρημα αναφέρεται ονομαστικά στον Βαγγέλη Μαρινάκη και στην παλιότερη επίθεση των «συνοδών» του εναντίον του Σισέ
 - η κινητοποίηση μπράβων, που τρομοκρατούν με δολοφονικές επιθέσεις τολμηρούς δημοσιογράφους
 - η ύπαρξη πυρήνων της Χρυσής Αυγής στα αθλητικά σωματεία  - φυσικά και στα ανώτατα κλιμάκια της ελληνικής Αστυνομίας .. Ο συγγραφέας, για να μην τα ρίξει όλα στη μία πλευρά, τοποθετεί τον Χρυσαυγίτη στο περιβάλλον του Παναθηναϊκού, αν και γνωρίζουμε όλοι ότι αλλού βρίσκεται η πιο ζεστή φωλιά …
 - η χρήση κάθε είδους αθέμιτων μέσων όπως δωροδοκίες, δηλητηριασμένες τροφές - ας θυμηθούμε εμείς τα νερά της ΤΣΣΚΑ - αλλά και οι υπηρεσίες συνοδών - πορνών πολυτελείας, που, αποτελώντας έτσι κι αλλιώς τον αστραφτερό περίγυρο ποδοσφαιριστών, προπονητών και παραγόντων, χρησιμοποιούνται για να επηρεάσουν διοικητικές και διαιτητικές αποφάσεις
 - μια σειρά από οικονομικά εγκλήματα, παράνομες συναλλαγές, φοροδιαφυγή, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, ο ληστρικός ρόλος των μεσαζόντων κλπ., που γίνονται ακόμα πιο προκλητικά σε αντίστιξη με την ένδεια της ελληνικής κοινωνίας
 - και τέλος η άθλια κατάσταση των ελληνικών γηπέδων, που, για να θυμόμαστε και την πρόσφατη εξορία του ΠΑΣ Γιάννενα, ελάχιστα ανταποκρίνονται στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Στο βιβλίο είναι ζοφερή η περιγραφή των αποδυτηρίων της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.

  Ευτυχώς πάντως που το γράψιμο του βιβλίου δεν πρόλαβε ούτε το «ορφανό» βαπόρι με την ηρωίνη ούτε την πρόσφατη δημοπρασία για τις τηλεοπτικές άδειες. Θα γινόταν τεράστιο !


  Πέρα απ’ αυτά, ο συγγραφέας, οπαδός της Άρσεναλ από παλιά, κατέχει από ποδόσφαιρο και από αγωνιστικές τακτικές και δείχνει, όπως και ο ήρωάς του, που τσιτάρει την ιστορική φράση του Μπιλ Σάνκλι «το ποδόσφαιρο δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου αλλά κάτι ακόμα πιο σοβαρό» να το λατρεύει. Ο Σκοτ Μάνσον, με αίμα σκωτσέζικο, γερμανικό αλλά και αφρικανικό, είναι και μορφωμένος και πολύγλωσσος και φιλότεχνος αλλά ταυτόχρονα και σκληροτράχηλος, αποτέλεσμα και της - άδικης όπως αποδείχτηκε τελικά - παραμονής του για 18 μήνες στη φυλακή, που διέκοψε πρόωρα την ποδοσφαιρική του καριέρα και τον έκανε πιο σοφό αλλά κυρίως πιο καχύποπτο απέναντι στην Αστυνομία. Παρότι γνωρίζει και αποδέχεται ότι το ποδόσφαιρο είναι πόλεμος και η νίκη είναι το παν, τα καταφέρνει να διατηρεί ένα παλιομοδίτικο προσωπικό κώδικα αξιών, που συχνά τον φέρνει σε αντίθεση με τα ήθη και τα έθιμα του χώρου. Και παρότι ασκεί ένα από τα πιο αγχώδη και επισφαλή επαγγέλματα του κόσμου και γνωρίζει ότι η επαγγελματική του επιβίωση δεν εξαρτάται από τον ίδιο αλλά κατά βάση από μια πολυεθνική συντροφιά νεαρών παιδιών, θαμπωμένων από το χρήμα, τη δόξα και την γυναικεία αποδοχή αλλά ταυτόχρονα εύθραυστων και ανασφαλών. Γι’ αυτό και φροντίζει να εμψυχώσει και να στηρίξει τους ποδοσφαιριστές του με κάθε τρόπο και κυρίως με τις εμπνευσμένες ομιλίες του. Εξίσου καλά φαίνεται να τα καταφέρνει με την τακτική, τόσο την ποδοσφαιρική όσο και την εξω-αγωνιστική. Όταν στον πρώτο αγώνα η Λόντον Σίτυ ηττάται με βαρύ σκορ από τον Ολυμπιακό και ενώ η αποστολή της καθηλώνεται στην Αθήνα, προκειμένου οι παίκτες να περάσουν από ανάκριση για το θάνατο μιας κοπέλας, και είναι αδύνατο να γίνει η ρεβάνς στο Λονδίνο, ο Μάνσον κάνει την ευφυή επιλογή να εκμεταλλευθεί την ιστορική αντιπαλότητα Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού και να δηλώσει ως έδρα το γήπεδο του τελευταίου, όπου και παίρνει θριαμβευτική ρεβάνς, ενώ ταυτόχρονα στηρίζεται στα αισθήματα πράσινων οπαδών (και ενός κόκκινου) για να βρει πολύτιμη βοήθεια στην αστυνομική του έρευνα.


  Δίπλα στον βασικό ήρωα ο Κερ, δεξιοτέχνης της πλοκής, αναπτύσσει μια σειρά από δευτερεύοντες χαρακτήρες, του Ουκρανού ιδιοκτήτη της Λόντον Σίτυ, ενός κυνικού ολιγάρχη, στου οποίου το πολυτελές γιωτ με το κιτς όνομα «Lady Ruslana» κλείνονται συμφωνίες με το ελληνικό κράτος για το ξεπούλημα νησιών και τη δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών, του ναρκισσευόμενου νεαρού Αφρικανού ποδοσφαιριστή, που ο Μάνσον δεν διστάζει να τον βουτήξει στη θάλασσα της Σαλαμίνας για να του διδάξει τί σημαίνει συλλογική μάχη και αλληλεγγύη, της ρωσίδας γλύπτριας με τη βαθειά καλλιτεχνική παιδεία, που ζει στην Ελλάδα και με την έξαρση της οικονομικής κρίσης αναγκάζεται να καταφύγει στην πορνεία και πολλών ακόμα.


  Η μετάφραση του Γιώργου Μαραγκού είναι και στα δύο βιβλία εξαιρετική και περιμένω με ανυπομονησία τον επόμενο γύρο των κατορθωμάτων του Σκοτ Μάνσον στα ελληνικά.