Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Μπροστά σε μια νέα άνοιξη των κινημάτων του νερού ;


  Η αλήθεια είναι ότι για πρώτη φορά ύστερα από 2 ½ χρόνια και το μεγάλο δημοψήφισμα της Θεσσαλονίκης τα ελληνικά μέτωπα του νερού παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη κινηματική κινητικότητα. Εκδηλώσεις και συζητήσεις διοργανώνονται σε μια σειρά από πόλεις και συνοικίες της Αθήνας, η Πανελλαδική συμμαχία για το Νερό αναβίωσε ύστερα από μεγάλο διάστημα αδράνειας ενώ δεν λείπουν ούτε οι ακτιβιστικές δράσεις, όπως η ματαίωση της Γ.Σ. της ΕΥΔΑΠ με αντικείμενο τη λεηλασία των αποθεματικών της και τη διανομή μερίσματος στους σημερινούς μετόχους.
  Η δρομολόγηση της ιδιωτικοποίησης των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης - αποχέτευσης, της αθηναϊκής ΕΥΔΑΠ και της θεσσαλονικιώτικης ΕΥΑΘ, με την υπαγωγή τους στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων και το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, που προβλέπει το κυβερνητικό σενάριο των ΣΔΙΤ, αποδείχτηκε ασφαλώς αναγκαία συνθήκη αυτής της αφύπνισης. Όχι όμως από μόνη της και ικανή, καθώς στις αιτίες της θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και ορισμένους υποκειμενικούς παράγοντες.
  Ο βασικότερος είναι η ωρίμανση και συνειδητοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζόμενων στις δύο εταιρίες. Και αν για τον Σύλλογο των εργαζόμενων της Θεσσαλονίκης αυτό είχε σ’ ένα βαθμό κατακτηθεί μέσα από την εμπειρία του αγώνα για το δημοψήφισμα, στην περίπτωση της Αθήνας κομβικής σημασίας ήταν η ενεργοποίηση του ΣΕΚΕΣ (Συμμετοχικό Ενωτικό Κίνημα Εργαζόμενων & Συνταξιούχων ΕΥΔΑΠ), μιας συλλογικότητας, που δεν αποτελεί παράταξη και δεν παλεύει συνδικαλιστικά αιτήματα αλλά μάχεται για την κατοχύρωση του νερού ως κοινωνικού αγαθού και δικαιώματος. Η στοχοθεσία αυτή επηρέασε το πιο πρωτοπόρο κομμάτι του συνδικαλιστικού κινήματος της ΕΥΔΑΠ και διευκόλυνε τη συνάντηση με τις κινηματικές κοινωνικές πρωτοβουλίες.
  Και υπάρχουν πολλές απ’ αυτές σε ολόκληρη την Ελλάδα ! Η 3η Πανελλαδική Συνάντηση κινημάτων και συλλογικοτήτων για το νερό της Πανελλαδικής Συμμαχίας (οι 2 προηγούμενες συναντήσεις έγιναν το 2014 στη Θεσσαλονίκη και τον Βόλο), που διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του ΣΕΚΕΣ στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου, έδωσε την ευκαιρία της ευρύτατης ανταλλαγής απόψεων μεταξύ ανθρώπων από όλη την Ελλάδα, της δρομολόγησης κοινών δράσεων ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των εταιριών ύδρευσης, ενάντια στις νεοφιλελεύθερες εμπορικές συμφωνίες TTIP, CETA και TISA, για την κατοχύρωση συνταγματικού δικαιώματος στο νερό αλλά και για την ενίσχυση τοπικών αγώνων και πρωτοβουλιών.
  Ας επισημάνουμε δύο καίρια σημεία, όπως αυτά προκύπτουν και από το κείμενο της τελικής απόφασης της Πανελλαδικής συνάντησης :
  α) Η δημιουργία του μετώπου ενάντια στην ιδιωτικοποίηση δεν σημαίνει και αποδοχή του κρατικού μοντέλου διαχείρισης, με την έρπουσα ιδιωτικοποίηση των υπεργολαβιών, την αδιαφάνεια και τις πελατειακές σχέσεις κάθε μορφής. Αντίθετα η έννοια του κοινωνικού αγαθού, του «κοινού», προϋποθέτει τη διαφάνεια και την λογοδοσία και κυρίως τρόπους συμμετοχής της κοινωνίας στη διαχείριση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης. Πρόκειται για μια παλιά συζήτηση γύρω από την έννοια του «δημόσιου χαρακτήρα», καθώς στην ελληνική γλώσσα η έννοια αυτή χρησιμοποιείται υπό διπλή σημασία, και του «κρατικού» και του «κοινωνικού» (αντίθετα στην αγγλική χρησιμοποιούνται διαφορετικές έννοιες, public στην πρώτη περίπτωση και commons στη δεύτερη). Η απόφαση τάσσεται υπέρ της θεσμικής κατοχύρωσης και της δημοτικής, της συνεργατικής και της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας των φορέων διαχείρισης του νερού.
  β) Η υπεράσπιση των δημόσιων δικτύων ύδρευσης δεν σημαίνει και αποδοχή της τεχνοκρατικής ιδεολογίας των «μεγάλων έργων» αλλά αντίθετα ως ορθολογική διαχείριση θεωρείται η θεσμοθέτηση βιώσιμων πρακτικών, που θα προστατεύουν την οικολογία των υδατικών κύκλων, θα απορρίπτουν τις φαραωνικές κατασκευές και θα προκρίνουν λύσεις προστιθέμενης οικολογικής αξίας, μικρής τοπικής κλίμακας και χαμηλού οικονομικού και κοινωνικού κόστους. Κρίσιμη είναι εδώ η έννοια της συνολικής προστασίας του υδατικού κύκλου της φύσης.
  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η απόφαση, «το νερό είναι κοινό αγαθό, δεν είναι εμπόρευμα και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο οποιασδήποτε μορφής κερδοσκοπίας. Το νερό είναι ζωτικής σημασίας για όλα τα έμβια όντα και τα οικοσυστήματα. Δεν είναι αποθήκη ενέργειας για «πράσινη» και ιδίως χρηματιστηριακή εκμετάλλευση».
  Ασφαλώς υπάρχουν πολλά ακόμη να ξεκαθαριστούν και κυρίως να γίνουν. Από τα μέτωπα στην ιδιωτικοποίηση των φυσικών αποθεμάτων του πόσιμου νερού από τις εταιρίες εμφιάλωσης μέχρι την αμφισβήτηση της περιβόητης «ανάκτησης κόστους» και από την ανάπτυξη αγώνων υπεράσπισης των επιφανειακών υδάτων από την υποβάθμιση, την λεηλασία, την φραγματοποίηση και τις εκτροπές μέχρι τη διεκδίκηση ενός ανοιχτού και δημοκρατικού διαλόγου για τα επόμενα Διαχειριστικά Σχέδια των Υδατικών Διαμερισμάτων της χώρας. Σε κάθε περίπτωση όμως, στην Πανελλαδική Συνάντηση δεν «κάναμε μια τρύπα στο νερό», ούτε «γίναμε άνω ποταμών» αλλά «μπήκε το νερό στο αυλάκι» !
  Πολύ σημαντικές είναι εξάλλου και οι διεθνείς εξελίξεις και μια σειρά από νίκες, που κατακτούν τα κινήματα του νερού το τελευταίο διάστημα. Ενδεικτικά :
  • η ματαίωση της διέλευσης του πετρελαϊκού αγωγού από τα εδάφη και τις πηγές των Ινδιάνων Σιού στη Βόρεια Ντακότα των ΗΠΑ
  • η δημοτικοποίηση του δικτύου ύδρευσης της Βαρκελώνης ύστερα από σχεδόν 130 χρόνια ιδιωτικής διαχείρισης
  • η κατοχύρωση του δικαιώματος στο νερό στο Σύνταγμα της Σλοβενίας
  • και η προκήρυξη δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία, που επέβαλε το κίνημα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση.
 
πρώτη δημοσίευση "Κόκκοι" http://kokkoi.gr/?p=33 

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Και όχι μόνο η Βαρκελώνη ...



  Η ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης ήταν ένα από τα μεγάλα στοιχήματα των τελευταίων δεκαετιών για το κεφάλαιο και το κράτος υπό τις διάφορες αποκεντρωμένες εκδοχές του, κυρίως τους Δήμους. Προσδοκώντας μείωση των χρεών, αύξηση της αποτελεσματικότητας και εισαγωγή νέων τεχνολογιών, πολλές τοπικές αρχές σ’ όλο τον κόσμο προχώρησαν στην ιδιωτικοποίηση των δικτύων του πόσιμου νερού και της αποχέτευσης είτε στο σύνολο του ποσοστού ιδιοκτησίας είτε με τη μορφή των ΣΔΙΤ, τη συνεργασία δηλαδή με κάποιον στρατηγικό επενδυτή.
Τα αποτελέσματα κατέδειξαν πανηγυρικά όχι μόνο την παταγώδη αποτυχία αυτών των στόχων αλλά και τον περιορισμό του δικαιώματος των πολιτών στην πρόσβαση στο πόσιμο νερό, την αύξηση των τελών και σε πολλές περιπτώσεις την πτώση της ποιότητάς του. Δεν αρκούσαν όμως μόνο οι απτές αποδείξεις για την αντιστροφή της πορείας. Τον καταλύτη αποτέλεσε η ανάπτυξη τοπικών κινημάτων, οι διαδηλώσεις, τα δημοψηφίσματα και οι αποφάσεις συλλογικών οργάνων. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η αντίθετη τάση της επιστροφής του νερού σε «δημόσια χέρια» αρχίζει να κατακτά τις πρώτες της νίκες και να εγγράφει τη διαχείριση του νερού στις πάνω σειρές της πολιτικής ατζέντας. Μέσα σε μια 15ετία έχουν καταγραφεί 235 περιπτώσεις επαναδημοτικοποίησης των υπηρεσιών ύδρευσης/αποχέτευσης σε 37 χώρες, που αφορούν πάνω από 100 εκατομμύρια πολίτες κι’ ανάμεσά τους αυτούς μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, όπως του Βερολίνου, του Παρισιού και της Βουδαπέστης.
  Βεβαίως οι στόχοι αυτού του παγκόσμιου κινήματος δεν περιορίζονται στο θέμα της δημόσιας/δημοτικής ιδιοκτησίας. Απαιτεί διαφάνεια και κοινωνική λογοδοσία στη διαχείριση και θέτει το ζήτημα του δημοκρατικού ελέγχου και της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων ενώ δεν λείπουν και χιλιάδες παραδείγματα συνεταιριστικής ιδιοκτησίας και διαχείρισης.
  Είναι λοιπόν προφανές ότι η επιλογή της ημέτερης «πρώτη φορά Αριστεράς» να προχωρήσει, μέσω του Υπερταμείου Ιδιωτικοποιήσεων, τα ΣΔΙΤ των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης/αποχέτευσης της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης όχι μόνο αντιστρατεύεται τις πάγιες έως πολύ πρόσφατα θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο προδίδει τον προ διετίας μεγάλο αγώνα της Θεσσαλονίκης αλλά κινείται, ακόμα και με όρους τεχνοκρατικής αποτελεσματικότητας, στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που υποδεικνύει η διεθνής εμπειρία. Προφανώς η ανάπτυξη ενός μεγάλου κινήματος ενάντια στην εκποίηση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ αποτελεί αναγκαιότητα.
  Είναι προς το παρόν άγνωστες οι προθέσεις των "επενδυτών" για τις αντίστοιχες δημοτικές επιχειρήσεις των μεγάλων ελληνικών πόλεων. Εννοείται βέβαια ότι το αίτημα του κοινωνικού ελέγχου είναι και εδώ αναγκαίο. Και ειδικά στην περίπτωση της ΔΕΥΑ Ιωαννίνων με τις αλχημείες στις μετρήσεις των υδρομέτρων και την έκδοση των λογαριασμών με στόχο την τεχνητή αύξηση της τιμής είναι και επείγον. Και ας μην ξεχνάμε ούτε το σκάνδαλο της υπερχλωρίωσης του νερού πάνω από τα νόμιμα όρια το 2003 ούτε το προσφυές σύνθημα της εποχής "νερό της ΔΕΥΑΙ στείλτε στο Ιράκ - να πιούν οι Αμερικάνοι να πάθουν πατατράκ".
  Επιστρέφοντας πάντως στη μεγάλη εικόνα, ας αντλήσουμε διδάγματα από την περίπτωση της Βαρκελώνης, το Δημοτικό Συμβούλιο της οποίας αποφάσισε στις 4 Δεκεμβρίου την επαναδημοτικοποίηση, ή πιο σωστά την άμεση δημόσια διαχείριση του υδάτινου κύκλου, ύστερα από πρόταση της παράταξης “Barcelona En Comu”. Ούτε λίγο ούτε πολύ η ιδιωτική διαχείριση του νερού της πόλης χρονολογείται από το μακρινό 1859 και την πρώτη φάση της βιομηχανικής της ανάπτυξης ενώ τα τελευταία χρόνια ελεγχόταν, με τη μέθοδο των θυγατρικών εταιρικών σχημάτων, από τη μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρία νερού της Ισπανίας, την Agbar, η οποία μπορεί να σε αρκετές περιπτώσεις να λειτούργησε αυθαίρετα, όπως έκρινε τον Μάρτιο το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλωνίας, μπορεί να απέτυχε στα αποτελέσματα -το 2008 χρειάστηκε μέχρι και μεταφορά νερού με δεξαμενόπλοια για να αντιμετωπιστεί η λειψυδρία- όχι όμως και στα κέρδη, καθώς οι λογαριασμοί του νερού είχαν αυξηθεί κατά 85% τα 10 τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της παράταξης, οι λογαριασμοί του νερού μπορούν να μειωθούν άμεσα κατά 10% ενώ το υπεράνω υποψίας για αριστερή ιδεοληψία Ελεγκτικό Συνέδριο της Ισπανίας έχει εκτιμήσει ότι γενικά η δημόσια διαχείριση είναι φθηνότερη κατά 18%, οι ζημίες είναι λιγότερες κατά 23% και οι επενδύσεις περισσότερες κατά 18%.
  Και στη γειτονική Πορτογαλία όμως το μέτωπο του νερού στις 9 Δεκεμβρίου κέρδισε μια σημαντική νίκη με την απόφαση της δημοτικής αρχής της Μάφρα να αποκρούσει τον εκβιασμό της ιδιωτικής εταιρίας για αύξηση των τιμών κατά 30% και να αποφασίσει την επαναδημοτικοποίηση της διαχείρισης του νερού. Πρόκειται για ένα σημαντικό συμβολισμό, καθώς αυτή ήταν η πρώτη πορτογαλική πόλη, που πριν από 22 χρόνια είχε υποκύψει στα θέλγητρα της ιδιωτικοποίησης.
  Οι εξελίξεις είναι επομένως πυκνές και αξιοποιήσιμες.
 

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Μια σύντομη "ιδεολογική" ιστορία της Εγνατίας οδού


Πριν από λίγες μέρες διοργανώθηκε στα Γιάννενα μια εκδήλωση από τον Σύλλογο των 200 περίπου εργαζόμενων, καθώς οι εργασίες συντήρησης γίνονται με εργολαβίες, της Εγνατίας οδού (Σ.Ε.Τ.Ε.Ο.), στα πλαίσια του αγώνα, που διεξάγουν ενάντια στην εκχώρηση/ιδιωτικοποίηση της συγκεκριμένης δημόσιας υποδομής. Ενώ όμως τα στοιχεία, που παρουσίασε η αντιπροσωπεία των εργαζόμενων, είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, η διατυπωθείσα επιχειρηματολογία επιφύλαξε μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη. Υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό την οικονομίστικη λογική της Κυβέρνησης, μας πληροφόρησαν ότι, αυξάνοντας τον αριθμό και την τιμή των διοδίων, το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να αποκομίσει κέρδη πολύ μεγαλύτερα από τα ήδη εξασφαλισμένα σήμερα και επομένως να εξυπηρετήσει καλύτερα το δημόσιο χρέος από ό,τι με την παραχώρηση «κοψοχρονιά» σε ιδιώτη επενδυτή.
Δεν πρόκειται μόνο για την αυταπάτη ότι η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα συνδιαλέγονται με ορθολογικά επιχειρήματα περί δημοσίου συμφέροντος και την παραγνώριση της πραγματικότητας ότι η Εγνατία πωλείται ακριβώς επειδή είναι, και μπορεί να γίνει ακόμα περισσότερο, κερδοφόρα. Το πιο σοβαρό είναι ότι απ’ αυτό τον λογαριασμό απουσιάζει εντελώς το δικαίωμα των πολιτών στη γρήγορη, ασφαλή και οικονομική μετακίνηση σε ένα δρόμο, που έχει κατασκευαστεί με τα δικά του χρήματα όπως και με αυτά των Ευρωπαίων πολιτών. Έτσι όμως ο δημόσιος χαρακτήρας περιορίζεται σε απλό κέλυφος ερήμην των κοινωνικών αναγκών, η, θεμιτή σε κάθε περίπτωση, υπεράσπιση της απασχόλησης και των εργασιακών δικαιωμάτων εκπίπτει σε συντεχνιακή λογική, με δυο λόγια το μέσο «καταπίνει» τον σκοπό. Το μέτρο σύγκρισης, για τους εργαζόμενους τουλάχιστον, δεν πρέπει να είναι ο ήδη ιδιωτικοποιημένος και πανάκριβος ΠΑΘΕ των εθνικών εργολάβων αλλά οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι, στους οποίους οι πολίτες δεν πληρώνουν διόδια !
Ούτως ή άλλως πάντως ο δρόμος έχει ένα πλούσιο ιστορικό διαστρεβλώσεων του σκοπού μιας συγκοινωνιακής υποδομής να συμβάλει στην εξυπηρέτηση και τη μετακίνηση των πολιτών – και των εμπορευμάτων βεβαίως. Η Εγνατία ήταν πάντα το μέσο, όμως για ποιόν ακριβώς σκοπό ; Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ξετυλίξουμε το κουβάρι των πολλαπλών σκοπιμοτήτων και ιδεολογικών της χρήσεων :
-          Ο τοπικισμός. Η αρχική σύλληψη, στη διάρκεια της χούντας, για την κατασκευή ενός οριζόντιου, δυτικού - ανατολικού οδικού άξονα κατά μήκος των βορείων συνόρων της χώρας προέβλεπε τη διέλευσή του, στο τμήμα της Ηπείρου, από την Κόνιτσα και την κοιλάδα του Σαραντάπορου. Με τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους όμως, οπότε το σενάριο προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ε.Ε., το ίδρυμα "Εγνατία" του ευρύτερου περιβάλλοντος Αβέρωφ άδραξε το 1991 την ευκαιρία και υπέβαλε μελέτες για την χρηματοδότηση ενός δρόμου, που θα περνούσε από το Μέτσοβο και σύντομα υιοθετήθηκε ως επίσημη ελληνική πολιτική. Έχω την αίσθηση ότι η κατασκευή με βάση τα αρχικά σχέδια θα ήταν τεχνικά και οικονομικά προσφορότερη αλλά αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο.
-          Η αντιοικολογική επιλογή. Η σιδηροδρομική επέκταση προς την ΒΔ Ελλάδα, ένα παλιό όνειρο από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη, είχε συμπεριληφθεί από το 1983 στο 15ετές πρόγραμμα του ΟΣΕ. Παρότι εξαγγέλθηκε από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις μετά από το 1990, ήταν από τότε σαφές ότι οι δύο υποδομές ήταν μεταξύ τους ανταγωνιστικές και η χρηματοδότηση της μιας σήμαινε εγκατάλειψη της άλλης. Και ενώ σε όλη σχεδόν την Ευρώπη τα διευρωπαϊκά δίκτυα αφορούσαν κυρίως επεκτάσεις και εκσυγχρονισμούς σιδηροδρομικών δικτύων, την επιστροφή δηλαδή του σιδηροδρόμου ως μέσου μαζικού, οικολογικού και ασφαλούς, στη χώρα μας τα ευάριθμα λόμπυ της αυτοκίνησης και της οδοποιίας ήταν πολύ ισχυρά.
-          Ο εθνικισμός. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 η Εγνατία αποτελούσε την περήφανη απάντηση του Ελληνισμού στις προκλήσεις των βορείων γειτόνων. Παρότι η λογική αυτή διαπερνούσε όλο το πολιτικό φάσμα, αν και με περισσότερη έμφαση το δεξιό τμήμα του, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν του Χαραλαμπίδη, μέλους τότε του ΕΓ του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος την είχε αποκαλέσει «ειρηνική αναπτυξιακή συνέχεια του 1912-13» και την είχε ορίσει ως λύση για την εθνική αναγέννηση του ελληνισμού κόντρα στο μυωπικό κράτος των Αθηνών !  Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι παρόμοια επιχειρηματολογία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση διατυπώνει σήμερα - αλλά όχι μόνο αυτή - η Χρυσή Αυγή.
Το ωραίο είναι ότι αυτό καθαυτό το όνομα "Εγνατία" συνιστά ελληνική λαθροχειρία. Ο συνώνυμος αρχαίος ρωμαϊκός δρόμος, που πήρε το όνομα του κατασκευαστή του, του ανθύπατου Μακεδονίας Γναίου Εγνάτιου, περνούσε από το Δυρράχιο, την Αυλώνα και την Οχρίδα, πριν διασχίσει το έδαφος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, δηλαδή πολύ βορειότερα από την Ηγουμενίτσα, τα Γιάννενα ακόμα και την Κοζάνη. Και τούτο γιατί πολύ απλά εκείνη ήταν η συντομότερη οδός σε ευθεία με το λιμάνι του Μπρίντιζι και το τέρμα της Αππίας οδού. Παρ’ όλα αυτά η γενικά ευαίσθητη σε κλοπές ονομάτων ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’90 όχι μόνο δεν σκοτίστηκε με ιστορικές λεπτομέρειες αλλά έσπευσε να ονομάσει το σχέδιο για την κατασκευή ενός βορειότερου οριζόντιου άξονα από το Δυρράχιο στην Κωνσταντινούπολη, πιο πιστού δηλαδή στο πρωτότυπο τουλάχιστον στο δυτικό του κομμάτι, "αντι-Εγνατία". Όλα εκείνα τα χρόνια της "εθνικής" πολιτικής ήταν γενικά αδιανόητο ότι θα χρειαζόμασταν τους βαλκάνιους γείτονες όχι μόνο για τη συντήρηση του δρόμου αλλά κυρίως για την επιβίωση του τουριστικού κλάδου στις παραλίες του βόρειου Αιγαίου και, εσχάτως και, του Ιονίου.
-          Τα λειτουργικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Μπροστά στην ανάγκη να απορροφηθούν άμεσα ευρωπαϊκά κονδύλια η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε τις μελέτες κυριολεκτικά στο πόδι ενώ και οι επόμενες κυβερνήσεις Παπανδρέου, Σημίτη και Καραμανλή κινήθηκαν με κριτήριο τις επιδιώξεις και την τεχνογνωσία, αρχικά πολύ περιορισμένη, των ελληνικών τεχνικών εταιριών, με αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις αλλά και την εμφάνιση, και από τότε και αργότερα, σημαντικών προβλημάτων. Έτσι, παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητα και την γενικά καλή εικόνα, δεν λείπουν ούτε κάποια επικίνδυνα τμήματα με αρκετές στροφές και έντονες κλίσεις - ακόμα και αν η πολύνεκρη καραμπόλα της Βέροιας το 2014 αποδίδεται σε εγκληματική αμέλεια της διαχείρισης - ούτε η ευπάθεια σε ακραίες καιρικές καταστάσεις. Χρειάστηκαν πολλές αντιδράσεις, ώστε ο δρόμος να κατασκευαστεί τελικά τετράιχνος και όχι δίιχνος σε όλο του το μήκος.

    Στην κοιλάδα της Δωδώνης χρειάστηκε επίσης να δώσουμε ένα σκληρό αγώνα από το 1995 μέχρι το 1998 προκειμένου να αλλάξει η χάραξη και να προστατευθεί το Δωδωναίο τοπίο, που προκάλεσε τη διεθνή υποστήριξη και ανάγκασε τον, άτεγκτο αρχικά, Λαλιώτη να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αρχίσει να οικειοποιείται την αλλαγή και να διαφημίζει, με περισσό θράσος, τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες του Υπουργείου του. Εννοείται τέλος ότι πολλές ενστάσεις για τους βιότοπους της αρκούδας αντιμετώπισαν την επίσημη χλεύη εναντίον όσων "νοιάζονται μόνο για τις αρκούδες" και αντιστρατεύονται το εθνικό συμφέρον.
-          Και ολίγος οπορτουνισμός. Από την άλλη πλευρά το ΚΚΕ επέδειξε μια αξιοζήλευτη ευελιξία στη θέση του απέναντι στη σημασία του έργου. Η τοποθέτηση κατά την περίοδο της κατασκευής ότι η Ε.Ε. και το διεθνές κεφάλαιο σαμποτάρουν την Εγνατία μεταβλήθηκε σε κριτική ότι είναι "δρόμος του κεφαλαίου" κατά την περίοδο της λειτουργίας της. Πιστεύω ότι ακόμα και ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί να κρίνει, σε ποιό βαθμό αυτή η μετατόπιση αποτελεί συνήθη αντιπολιτευτικό οπορτουνισμό και σε ποιό ιδεολογική επιλογή "όξυνσης της ταξικής πάλης". Υποψιάζομαι πάντως ότι η προοπτική της ιδιωτικοποίησης θα ενισχύσει τους θετικούς τόνους του κόμματος απέναντι στην Εγνατία αυτή καθαυτή, της οποίας την ιδιωτικοποίηση "επιβάλλει η Ε.Ε.".
 
       Απ' αυτή την πλούσια αφήγηση μικρών και μεγάλων διαστρεβλώσεων και ιδεολογικών χρήσεων ας κρατήσουμε πάντως τη μεγαλύτερη και χειρότερη : τον ισχυρισμό ότι η εκποίηση της Εγνατίας γίνεται για την εξυπηρέτηση δήθεν του δημόσιου χρέους. Γι’ αυτό και η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ, και ειδικά εκείνων των τέως λαλίστατων στελεχών και βουλευτών, που, όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση, μοίραζαν φυλλάδια στα διόδια, ξιφουλκούσαν ενάντια στο «ξεπούλημα» και έθεταν όλους προ των ευθυνών τους, ας κριθεί αναλόγως.