Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Βρότσλαβ 2016 : Η εμπειρία της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης


Στο στρατηγείο της ECoC 2016 με την Μάγδα
Μπαμπιζέφσκα, υπεύθυνη για τα διεθνή ΜΜΕ
     Μια αναγκαία εισαγωγή

Σ’ αυτή την πόλη εξοικειωθήκαμε την τελευταία διετία με τον όρο του τίτλου. Ενώ όμως περίσσεψαν οι επίσημες δηλώσεις στήριξης και τα … μπλουζάκια, επί της ουσίας δεν συζητήθηκαν ούτε η προετοιμασία της υποψηφιότητας των Ιωαννίνων για το 2021 ούτε τα αίτια της αποτυχίας της. Οι υπεύθυνοι του Δήμου Ιωαννιτών για τα πολιτιστικά απέφυγαν μετά βδελυγμίας το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης, φοβήθηκαν την απώλεια του μονοπωλίου και ούτε καν διανοήθηκαν τη δημιουργία μιας αυτόνομης δομής για την διεκδίκηση, ανέθεσαν έναντι αδρής αμοιβής την προετοιμασία του φακέλου της υποψηφιότητας σε μια, επίσης όχι και τόσο σχετική όπως αποδείχθηκε, ιδιωτική εταιρία και προσέλαβαν μια, καταξιωμένη ασφαλώς, σκηνοθέτη στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της υποψηφιότητας λες και το ζητούμενο ήταν μόνο η επάρκεια του καλλιτεχνικού προγράμματος.
Κι’ όμως η ουσία του θεσμού είναι η απάντηση στο ερώτημα πώς μια πόλη αφηγείται το παρελθόν της, σκηνοθετεί το παρόν της και σχεδιάζει το μέλλον της μέσα σ’ ένα πολυπολιτισμικό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αν ρίξουμε μια ματιά στο απορριπτικό σκεπτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης, το πρώτο του σημείο είναι ότι «το πρόγραμμα των Ιωαννίνων, από το οποίο απουσίαζε μια συνεκτική αφήγηση, ταίριαζε περισσότερο σε ένα ετήσιο πολιτιστικό φεστιβάλ».
Μοιραία επομένως ήρθε η αποτυχία της υποψηφιότητας, την οποία οι υπεύθυνοι αντιμετώπισαν με την παλιά και δοκιμασμένη συνωμοσιολογική συνταγή. Η σχετική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, η μοναδική δημόσια μετά από το φιάσκο, αναλώθηκε σε επιχειρήματα εναντίον της υποψηφιότητας της … Καλαμάτας, απολύτως ενδεικτική μιας νοοτροπίας που αναζητά στο παρασκήνιο τους όρους της επιτυχίας σ’ ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Έλα όμως που η Επιτροπή στην τελική φάση της επιλογής δεν προέκρινε την Καλαμάτα αλλά την Ελευσίνα και μάλιστα ομόφωνα ! Μια στιβαρή δηλαδή υποψηφιότητα, στηριγμένη και στην παράδοση των πολιτιστικών εκδηλώσεων εμβέλειας των τελευταίων χρόνων και στη δημιουργία ειδικού μηχανισμού στον Δήμο και πάνω απ’ όλα στον σεβασμό στον ρόλο των πολιτών (με εκτεταμένο διάλογο, έκδοση φυλλαδίου με αναλυτική παρουσίαση της φιλοσοφίας της υποψηφιότητας κλπ.).
Μακριά από μένα μια αμήχανη έως και αφελής κριτική, υποτίθεται από τα αριστερά, περί «πολιτισμού του καπιταλισμού», «υποτίμησης των κατοίκων προς όφελος των τουριστών» κλπ. Όχι μόνο επειδή η οικονομική είναι αυτονόητη διάσταση κάθε φιλόδοξης διοργάνωσης αλλά κυρίως επειδή η μείωση της απόστασης μεταξύ μόνιμου κατοίκου και επισκέπτη αποτελούσε και αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολιτισμού. Το ζήτημα είναι ποιού κατοίκου και ποιού επισκέπτη ! Και δεν είδα και πολλούς να ξιφουλκούν εναντίον του εξωστρεφούς και οικονομικού χαρακτήρα λ.χ. του πολύ λιγότερο «πολιτιστικού» καρναβαλιού της Πάτρας, η δημοτική αρχή της οποίας πρόσκειται στο ΚΚΕ.
Η κληρονομιά του Βρότσλαβ
Τούτων δοθέντων οι εντυπώσεις μου τόσο από την επίσκεψη στο πολωνικό Βρότσλαβ, ευρωπαϊκής πολιτιστικής πρωτεύουσας, μαζί με το Σαν Σεμπαστιάν, για το 2016, όσο και από την παρακολούθηση της ετήσιας πορείας της διοργάνωσης παρουσιάζουν, για όσους/ες τουλάχιστον ενδιαφέρονται για άσκηση πολιτικής και όχι για πολιτικαντισμούς ή αρπαχτές, αναμφίβολο ενδιαφέρον.
Το κείμενο διεκδίκησης της υποψηφιότητας κατ’ αρχήν : «Το Βρότσλαβ πήρε μέρος στη διεκδίκηση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2016, επειδή έχει μια ιστορία να διηγηθεί. Μιά ιστορία ασυνήθιστη, τραγική και συναρπαστική». Πράγματι, η πρωτεύουσα της Κάτω Σιλεσίας, αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ιστορίας της Κεντρικής Ευρώπης σύμφωνα με το βιβλίο «Μικρόκοσμος» των ιστορικών Νόρμαν Νταίηβις και Ρότζερ Μουρχάους, έχει διανύσει μια πολυτάραχη διαδρομή, εναλλάσσοντας εποχές μεγαλείου και παρακμής. Στην πραγματικότητα μετά από τον 13ο αιώνα ουδέποτε αποτέλεσε πολωνικό έδαφος, περνώντας διαδοχικά σε βοημικά, αυστριακά και κυρίως πρωσικά και γερμανικά χέρια, ούτε και το νεοσύστατο πολωνικό κράτος είχε ποτέ διεκδικήσει την πόλη μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Μπρεσλάου, όπως είναι η γερμανική του ονομασία, ήταν από τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα του Τρίτου Ράϊχ, αριθμώντας ήδη το 1939 700 χιλιάδες κατοίκους, περισσότερους δηλαδή από τις σημερινές 630, και διατηρώντας ένα σαφή γερμανικό χαρακτήρα. Καθώς όμως ο Στάλιν αποφάσισε να προσαρτήσει στην ΕΣΣΔ ένα μεγάλο κομμάτι της ανατολικής Πολωνίας και να το αντικαταστήσει εν μέρει με γερμανικά εδάφη στα δυτικά, η ερειπωμένη από τις πολεμικές συγκρούσεις πόλη βίωσε μια σχεδόν ολοκληρωτική αλλαγή της πληθυσμιακής της σύνθεσης, αφού στα 8.000 θύματα του ναζιστικού Ολοκαυτώματος προστέθηκαν οι εκατοντάδες χιλιάδες γερμανοί φυγάδες, που αντικαταστάθηκαν από Πολωνούς πρόσφυγες των ενσωματωμένων στη σοβιετική Ουκρανία ανατολικών εδαφών, φοβισμένους, ανασφαλείς και σίγουρους ότι οι Γερμανοί πρόκειται σύντομα να διεκδικήσουν πίσω την πόλη. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στην εκκενωμένη από τον πληθυσμό της Σιλεσία εγκαταστάθηκε και ένα σημαντικό τμήμα των Ελλήνων προσφύγων του Εμφυλίου.
Το πιο σημαντικό είναι ότι το Βρότσλαβ αποφάσισε να αφηγηθεί αυτή την πολυκύμαντη ιστορία χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, να αποδεχθεί και να αναδείξει παράλληλα και την γερμανική και την εβραϊκή του κληρονομιά, στις οποίες εξάλλου, μεταξύ των άλλων, οφείλει τα περισσότερα από τα 10 συνολικά βραβεία Νόμπελ, που κατέκτησαν συνεργάτες του ιστορικού Πανεπιστημίου του με τους 40.000 φοιτητές αλλά και το μοναδικό μνημείο, που είναι σήμερα ενταγμένο στη σχετική λίστα της Unesco, τη σάλα της εκατονταετηρίδας (Hala Stulecia), ένα υπόδειγμα μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής, που οι αρχές της τότε αυτοκρατορικής Γερμανίας εγκαινίασαν το 1913, στην επέτειο των 100 χρόνων από τη μάχη της Λειψίας. Και είναι επίσης σημαντικό ότι μια προνομιακή θέση στις διεθνείς συνεργασίες της διοργάνωσης είχαν το Βερολίνο και το Λβοφ της Δυτικής Ουκρανίας, από όπου μεταφέρθηκε όχι μόνο η πλειοψηφία των σημερινών κατοίκων της πόλης αλλά και ο τεράστιος, μήκους 140 και ύψους 15 μέτρων, πανοραμικός πίνακας της μάχης του Ρακλάβιτσε, στην οποία οι Πολωνοί επαναστάτες υπό τον Ταντέους Κοτσιούσκο νίκησαν τον υπέρτερο τσαρικό στρατό στην επανάσταση του 1794.
Μια αποτίμηση της διοργάνωσης
Ας ξεκινήσουμε με τους αριθμούς : Το EcOC Wroclaw 2016 έκλεισε με 2.000 πολιτιστικά γεγονότα, στα οποία πήραν μέρος 170.000 δημιουργοί και καλλιτέχνες και τα παρακολούθησαν 5.200.000 θεατές. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι η πόλη ψηφίστηκε φέτος μεταξύ των ανερχόμενων τουριστικών προορισμών της Ευρώπης στις σχετικές ηλεκτρονικές ψηφοφορίες των ταξιδιωτικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Απασχόλησε 150 εργαζόμενους και 2.000 εθελοντές και προχώρησε στη ριζική ανανέωση του αρχιτεκτονικού αποθέματος με 30 καινούργια κτίρια και δημόσιους χώρους αλλά και στην έκδοση, μόνο μέχρι στιγμής, 70 βιβλίων. Εκτιμάται επίσης ότι προκάλεσε περί τα 100.000 δημοσιεύματα στον παγκόσμιο τύπο με το παρόν να είναι ένα από τα τελευταία.
Είναι φυσικά αδύνατο να γίνει αναλυτική περιγραφή και αξιολόγηση της εμβέλειας των εκδηλώσεων. Ωστόσο, αν χρειάζεται μια ειδική αναφορά σε κάποιο τομέα, αυτός είναι η αρχιτεκτονική, όχι τόσο επειδή ένα από τα κεντρικά συνθήματα της διοργάνωσης «χώροι ομορφιάς σε δράση» (spaces of beauty : in action) περιείχε την ειδική αναφορά σ’ αυτή όσο κυρίως επειδή με 13 μεγάλα πρότζεκτς και πολλές ειδικές εκθέσεις το Βρότσλαβ χαρακτηρίστηκε ως η πολιτιστική πρωτεύουσα με τη μεγαλύτερη έμφαση στην αρχιτεκτονική στην ιστορία του θεσμού.
Κατά τα λοιπά σταχυολογώ :
- την παράλληλη ανακήρυξη της πόλης ως παγκόσμιας πρωτεύουσας του βιβλίου από την Unesco για το έτος 2016-17, που σχετίστηκε με 37 επιμέρους προγράμματα και φεστιβάλ, ανάμεσα στα οποία το ήδη καθιερωμένο της αστυνομικής λογοτεχνίας (οι λάτρεις του είδους μπορείτε να αναζητήσετε τις μεταφρασμένες στα ελληνικά και τοποθετημένες στο προπολεμικό Μπρεσλάου ιστορίες του Μάρεκ Κραγιέφσκι), και με το άνοιγμα του μουσείου Παν Ταντέους, από το ομώνυμο εμβληματικό ποίημα του θεωρούμενου εθνικού λογοτέχνη Άνταμ Μίκιεβιτς
- 60 μεγάλα μουσικά γεγονότα σε παλιούς και καινούργιους συναυλιακούς χώρους, ανάμεσα στα οποία τα προϋπάρχοντα 8 διεθνή φεστιβάλ της πόλης, με πιο γνωστά την ετήσια χορωδιακή συνάντηση Βρατισλάβια και το φεστιβάλ τζαζ στον ποταμό Όντρα (Όντερ) -  διότι είπαμε, η ανάληψη φιλόδοξων εκδηλώσεων προϋποθέτει και την ανάλογη παράδοση. Η πολιτιστική πρωτεύουσα προσέθεσε καινούργια ενώ θα μνημονεύσω και την εναρκτήρια συναυλία προς τιμή της Μελίνας Μερκούρη και του Γιάννη Ξενάκη.
- 50 θεατρικά πρότζεκτς με πιο σημαντική την 7η Θεατρική Ολυμπιάδα με τη συμμετοχή του Θεόδωρου Τερζόπουλου αλλά και σχημάτων από την Ελλάδα μεταξύ των 18 χωρών προέλευσης, παραστάσεις όπερας, και κλασικής αλλά και της ισπανικής θαρθουέλα, και πολλά μεγάλα κινηματογραφικά γεγονότα, μεταξύ των οποίων η λαμπρή τελετή απονομής των ευρωπαϊκών Όσκαρ αλλά και τα αφιερώματα στη σχέση κινηματογράφου - μουσικής ή στο σινεμά άλλων χωρών, όπως των γειτονικών Τσεχίας και της Ουκρανίας.
- έναν απίστευτο πλούτο εικαστικών γεγονότων σε 54 συνολικά μεγάλα προγράμματα με αντίστοιχη έκδοση 16 λευκωμάτων. Στην κατηγορία αυτή θα συμπεριλάβω, παραβλέποντας το ερώτημα αν πρόκειται περί τέχνης ή όχι, την έκθεση, που προσωπικά με εντυπωσίασε, για τη μόδα της, με ή χωρίς εισαγωγικά, κομμουνιστικής Πολωνίας από το 1944 μέχρι το 1989 στο Εθνικό Μουσείο της πόλης. Η ανάδειξη της κοινωνικής σημασίας της τόσο για το καθεστώς, που κάποια στιγμή με την ίδρυση της «Μoda Ρolska» προσπάθησε να διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο «εθνικό» στυλ, όσο και για τις ίδιες τις Πολωνέζες γυναίκες, που βρήκαν σ’ αυτήν μια διέξοδο ελευθερίας, καταδεικνύει τους πολλούς τρόπους, με τους οποίους μπορεί κανείς να αφηγηθεί την ιστορία. 
- δεκάδες μικρότερης εμβέλειας προγράμματα, από την προώθηση του καλλιτεχνικού δυναμικού της Σιλεσίας στη διεθνή σκηνή μέχρι ένα πανευρωπαϊκό γαστρονομικό φεστιβάλ και από τις αρχιτεκτονικές και εικαστικές παρεμβάσεις στους υπαίθριους πίσω χώρους των οικοδομικών συγκροτημάτων μέχρι την ανάδειξη της διασποράς της πόλης στον κόσμο. Από την εξίσου πολύ ενδιαφέρουσα σειρά εκδηλώσεων από όλες τις εθνικές/πολιτισμικές ομάδες, που ζουν και δραστηριοποιούνται σ’ αυτήν, σημειώνω πάντως την απουσία της ελληνικής, αν και όλοι σχεδόν οι υπεύθυνοι, με τους οποίους συνομίλησα, μου είπαν ότι γνώριζαν Έλληνες, με τους οποίους μεγάλωσαν μαζί.
Η προστιθέμενη αξία και για την πόλη και για ολόκληρη τη Σιλεσία αφορά φυσικά τη συμμετοχή, την εξοικείωση και την δραστηριοποίηση των πολιτών. Παρά τα εντυπωσιακά ποσοστά αποδοχής και συμμετοχής, είναι ασφαλώς νωρίς για να αξιολογηθεί το αποτύπωμα στην μελλοντική πολιτιστική παραγωγή της πόλης και η καθιέρωσή της στον διεθνή χάρτη, κάτι που πάντως έχουν κατορθώσει και η Γλασκώβη και η Λιλ, τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα στην ιστορία του θεσμού της πολιτιστικής πρωτεύουσας. Το σίγουρο είναι ότι ένα σημαντικό κομμάτι των εκδηλώσεων αφιερώθηκε σε εκπαιδευτικά προγράμματα, κυρίως για παιδιά, και ότι η συμμετοχή των πολιτών ενθαρρύνθηκε και θεσμικά, με την καθιέρωση βραβείων και την παραχώρηση χώρων και βήματος για τη φιλοξενία όλων των πρωτοβουλιών «από τα κάτω».
Ένα ακόμη ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι η σχέση της διοργάνωσης με την δεξιά έως ακροδεξιά κυβέρνηση της χώρας, που ανέλαβε την εξουσία τον Οκτώβριο του 2015. Παρά το πρόσφατο της εκλογικής της νίκης, άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά τα σφυρίγματα αποδοκιμασίας, μόλις ανακοινώθηκε ο χαιρετισμός του Υπουργού Πολιτισμού σε μια συναυλία εβραϊκής μουσικής στην ανακαινισμένη Συναγωγή του Λευκού Πελαργού του 1829, το παράξενο όνομα της οποίας οφείλεται στο προϋπάρχον ομώνυμο πανδοχείο. Φαίνεται πως το μεγάλο κύμα διαδηλώσεων υπέρ των δημοκρατικών ελευθεριών, που ξέσπασε προς το τέλος κυρίως του χρόνου στην Πολωνία (για την υπεράσπιση της ελευθεροτυπίας, κατά της απαγόρευσης των αμβλώσεων κλπ.) και είτε μας αρέσει είτε όχι εκδηλώθηκε στο όνομα των ευρωπαϊκών αξιών και πολύ συχνά με σημαίες της Ε.Ε., κυοφορήθηκε για αρκετούς μήνες και οι εκδηλώσεις της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας αποτέλεσαν ευνοϊκό περιβάλλον. Ούτως ή άλλως το Βρότσλαβ έχει παράδοση στην κοινωνική ανυπακοή και το σήμα κατατεθέν και περισσότερο φωτογραφημένο αξιοθέατο της πόλης, τα μικροσκοπικά αγάλματα των νάνων, που βλέπεις να ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιά, έλκουν την καταγωγή από το αντιπολιτευτικό κίνημα της δεκαετίας του ’80.  
Μετά από όλα αυτά μπορούμε να κατανοήσουμε τον ενθουσιασμό του διάσημου Γερμανού σκηνοθέτη και Προέδρου της Ακαδημίας Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου Βιμ Βέντερς, ο οποίος, κατά την τελετή απονομής των ευρωπαϊκών Όσκαρ στις 10 Δεκεμβρίου και λίγο πριν από την ολοκλήρωση του ετήσιου κύκλου των εκδηλώσεων, δήλωσε ότι «το Βρότσλαβ θα παραμείνει πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για πάντα » !
 
Πρώτη δημοσίευση     Ηπειρωτικός Αγών http://www.agon.gr/news/157/ARTICLE/35543/2017-01-03.html